Σάββας Φράγκου

ΣΑΒΒΑΣ ΦΡΑΓΚΟΥ ή ΦΡΑΓΓΙΔΗΣ

του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ και της ΑΝΝΑΣ, γεν. το 1880 στο Βαρασσό Φαράσσων Καππαδοκίας

Γεννήθηκε στα Φάρασσα Καππαδοκίας στο χωριό Βαρασσό μεγαλώνοντας φάνηκε πως είχε τάσεις να μάθει τέχνες και όπως oι πρόγονοι του ασχολιώταν με το μέταλλο και πιο συγκεκριμένα είχαν καμινάδες που έλιωναν τα μέταλλα και ξεχώριζαν το σίδερο. Έτσι ο μικρός Σάββας καταπιάστηκε με κατασκευές που είχαν σχέση με αυτό το μέταλλο Προσπαθούσε πάντα να βρίσκεται κοντά σε μαστόρους που κατασκεύαζαν διάφορα εργαλεία της εποχής που γινόταν από μέταλλο. Τις ελεύθερες ώρες, τις περνούσε κοντά στον πατέρα του που είχε μία καμινάδα από τις σαράντα που υπήρχαν στην περιοχή των μεταλλίων του Βαρασσού. Απόκτησε πολύ μεγάλη πήρα στην επεξεργασία σιδήρου και κατασκεύαζε αγροτικά εργαλεία, κάνοντας ακόμα και καλούπια δικά του προκειμένου να κατασκευάσει κάποιο εργαλείο. Στο σχολείο μάθαινε τον οχτάϊχο και το ψαλτήρι κοντά στον θείο του πατήρ Αρσένιο Χατσηεφεντή.

Τον μεγάλο αυτό πατέρα της ορθοδοξίας που η Ιερά Σύνοδος τον ανακήρυξε ως Άγιο το 1983 και ονομάσθηκε «Άγιος Αρσένιος» ο Καππαδόκης.

Δάσκαλος του χωριού ήταν ο Χατσεφεντής, σχολείο δεν είχε πότε στην εκκλησία και πότε στο κονάκι του μάθαινε στα παιδιά γράμματα, για θρανίο είχε το κάθε παιδί ένα δέρμα από ζώο συνήθως από πρόβατο,  πόστη του, το έλεγαν στην Φαρασσιότικη διάλεκτο «πόστη- από στη» που σημαίνει από κάτω στη γη. Μεγαλώνοντας ο Σάββας έδειχνε πως είναι παιδί φαινόμενο και προικισμένο με ταλέντο και άλλες χάρες, όπως να κατασκευάζει διάφορα μουσικά όργανα της εποχής που ήταν ο ΚΕΜΑΝΕΣ ο ΤΑΜΠΟΥΡΑΣ, το ΓΑΒΑΛΙ, ΧΑΒΑΓΙΑ, Βιολιά και άλλα.
Ένα από τα όργανα που κατασκεύασε είναι και ο δωδεκάχορδος Κεμανές της φωτογραφίας. Πολύχορδα όργανα προερχόμενα από την αρχαιότητα όπως είναι ο Κεμανές η αρχαία Λύρα, ο Ταμπουράς που έχει σχέση με την αρχαία Βάρβιτο, το Γαβάλι που είναι ο αρχαίος Αυλός και η Χαβάγια που μοιάζει να είναι από την γενιά των οργάνων που παιζόταν με το νύχι όπως οι διάφορες Άρπες και λύρες. Ο Σάββας εξελίχθηκε σαν άνθρωπος φαινόμενο, ότι και αν έπαιρνε στα χέρια του ήταν σε θέση να το κατασκευάσει ή να το επισκευάσει και ακόμα και να μην το είχε ξαναδεί. Σε πολύ μικρή ηλικία άρχισε να παίζει κεμανέ Βιολί ταμπουρά και έφθασε να είναι περιζήτητος σε όλοι την Καππαδοκία ακόμα και στους Τούρκους Σουλτάνους να τους παίζει στα χαρέμια τους. Αυτοσχεδίαζε στοίχους την ώρα που έπαιζε βλέποντας κάποιον τον έβγαζε τραγούδι, τέτοια ταλέντα αυτοσχεδιασμού υπήρχαν πολλά στα Φάρασσα και πολλές φορές κάνανε κόντρες ο ένας με των άλλων με στοίχους, το φαινόμενο αυτό ήταν στης διασκεδάσεις του Έλληνα Φαρασσιώτη.
Μια φορά σε μια διασκέδαση κάνανε κόντρες με έναν άλλων και αφού για αρκετή ώρα έλεγε στοίχους ο ένας στον άλλων, των λέει τραγουδώντας άλλο δεν μπορώ να κοντραριστώ μαζί σου εσύ είσαι στου πατέρα μου την θέση γιατί ήταν μικρότερος του και απαντάει ο παππούς ο Τσαλγουτσής, εσύ πατέρα σου με λες εγώ την μάνα σου δεν την ξέρω ούτε κοιμήθηκα μαζί της.
Έλεγε η μητέρα μου Κυριακή Φράγκου κάποτε  το πήραν οι Σουλτάνοι να τους παίξει στο χαρέμι και τον έδεσαν τα μάτια να μην βλέπει της χανούμισσες. Και βγει έξω ό ρωμιός οργανοπαίκτης και πει τη συμβαίνει μέσα στα χαρέμια,  πονηρός και έξυπνος, παίζοντας το βιολί προσπαθούσε με το δοξάρι να ανοίξει το μαντίλι που του είχαν δέση για να δη τη γίνεται μόλις γινόταν αντιληπτό έβαζαν να του κλείσουν τα μάτια ξανά.
Παράλληλα με όλες της ασχολίες του έπαιζε σε γάμους εκδηλώσεις και γενικά σε διασκεδάσεις που γινόταν στα χωριά των Φαράσσων, παίζοντας  στο χωριό ΣΑΤΙ, 1906 γνώρισε την Άννα την οποία παντρεύτηκε και από το 1912 έφυγε από τον Βαρασσό και έγινε κάτοικος του ΣΑΤΙ, δημιούργησε οικογένεια, παιδιά του ήταν ο Χρυσόστομος, ο Βαγγέλης, η Κυριακή, η Ανάστα και η Σοφία.
Στο ΣΑΤΙ κάθισε ως και την ανταλλαγή, και το 1924 ήρθαν στην Ελλάδα σαν ανταλλάξιμοι Έλληνες Χριστιανοί και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Αγροσυκιά Γιαννιτσών. Άνοιξε σιδηρουργείο, κατασκεύαζε και διόρθωνε αγροτικά εργαλεία και πολλά άλλα. Ήταν ο άνθρωπος για όλες τΙς δουλειές μέχρι και κατασκευές εργαλείων έκανε κατασκεύασε μήλο που άλεθαν πλιγούρια και όλη την δουλειά την έκανε με μία λίμα. Τον καιρό εκείνο έλεγαν έκανε μόνος του κολαούζο να ανοίγει πάσα.Έλεγαν και ένα γεγονός που έγινε αφού ότι έπιανε το έκανε. Έσπασε η κουμπάρα του το γυαλί της λάμπας, η γριούλα σου λέει ο Τσαλγουτσής όλα τα κάνει ας τον πάω το γυαλί της λάμπας να το φτιάξει. Πάει στον Τσαλγουτσή και τον λέει.
«Βάϊ γιαβρούμ Σάββα τσακόθην του λάμπα ο σησές αν τα πήκ λέϊκου»
δηλ. Αχ χαϊδεμένε μου Σάββα έσπασε το γυαλί της λάμπας θα το κάνεις λίγο.
Γέλασε ο Τσαλγουτσής κατάλαβε πως η γριούλα δεν ήξερε ότι δεν γίνεται και της λέει.
«Ερ να μα φέρ δύου βα αν τα πίκου τσε στέρου εδώ να τα πάρεις»
δηλ, αν θα με φέρεις δύο αυγά θα το κάνω και ύστερα έλα να το πάρεις.
Πήγε αμέσως έφερε δύο αυγά τα άφησε και έφυγε, ο Τσαλγουτσής έδωσε τον γιο του το Βαγγέλη τα αυγά και τον λέει πήγαινε στο μαγαζί να φέρεις ένα λαμπογιάλι 5 νούμερο. Πράγματι το παιδί έφερε το λαμπογιάλι, το βραδάκι ήρθε η γριούλα να πάρει το γυαλί.
«Κουμπάρε πίτσηστα το σησέ» δηλ κουμπάρε έκανες το γυαλί της λάμπας.
«Πηκατά κουμπάρα έπαρτα πω πιτσή»
δηλ, το έκανα κουμπάρα πάρτω από εκεί και την δείχνει το μέρος που ήταν το γυαλί. Πήρε στα χέρια της το λαμπογιάλι το βλέπει από δω το βλέπει από εκεί,  να δει τα κολλήματα και τον λέει,
«εϊ κουμπάρε πίτσιστα άτι τάζω, τσο φενέτι του τσακόθην»
έϊ κουμπάρε το έκανες σαν καινούργιο δεν φένεται το σπάσιμο,

«Γω κουμπάρα σο νομάτι Νομάτ φτένου τσο κατέστα μα»
Εγώ κουμπάρα από άνθρωπο, άνθρωπο κάνω δε το ξέρεις.
«Κατέχουτα κουμπάρε κατέχουτα»
Το ξέρω κουμπάρε το ξέρω, που να ξέρει με τα αυγά που έφερε αγόρασαν καινούργιο.
Και πολλά τέτοια δημιουργούσε ο Ισαάκ Αλεκόζης με έλεγε ένα περιστατικό με τον παππού Τσαλγουτσή.
Μια μέρα πηγαίναμε να παίξει σε ένα γάμο στο πλατύ Ημαθίας στο δρόμο κατεβήκαμε στο Λουδία να ξεκουραστούν τα γαϊδουράκια και να πιούμε λίγο νερό, το μέσον αυτό ήταν τότε δεν υπήρχε συγκοινωνία μόλις πήγα να ανέβω στο γαϊδούρι μέσα στο δύσσακο ήταν το βιολί με το δοξάρι πάτησα επάνω και έσπασα στην μέση το δοξάρι, το κατάλαβε ο παππούς και με λέει
«Χα άμμά τα πίτσης ζάκσης του κεμανή το δοξάρι»
Οχ ωραία το έκανες έσπασες του βιολιού το δοξάρι,
εγώ τα χρειάσθηκα φοβήθηκα, με λέει μην στεναχωριέσαι, «αν τα πίκου» θα το κάνω, το πήρε στα χέρια του το τύλιξε προσωρινά και μόλις φθάσαμε στο χωριό ζήτησε δύο αυγά να τον βρούνε, έκανε κόλλα το κόλλησε και έπαιξε στο γάμο ήτανε πολύ φοβερός ήξερε πάρα πολλά.
Όπως έλεγαν οι γεροντότεροι ότι έπιανε στα χέρια του το έκανε δεν έλεγε αυτό δεν γίνεται θα εύρισκε έναν τρόπο να το κάνει. Το 1918 ο Σάββας Φράγκου είδε ένα όνειρο και καθώς ξύπνησε όλο και σκεφτόταν πως κάτι έκρυβε το όνειρο του. Το πρωί αποφάσισε να πάει να βρει το θείο του τον ιερέα χατσεφεντή τον πατήρ Αρσένιο, να τον εξηγήσει το όνειρο, ξεκίνησε για των Βαρασσό όπου ήταν ο Χατσεφεντής βράδιασε και έφτασε στο χωριό, μόλις τον είδε ο ιερέας χάρηκε πάρα πολύ γιατί τον είχε αδυναμία και των αγαπούσε πάρα πολύ, έτσι το φιλοξένησε στο κονάκι του και το ρώτησε πως έτσι ήρθες στα μέρη μας.
Εϊ αμ-μί, Σα μου πνώνγκα είδα αν ύπνους τσε τσο γρίκσα πώτσ ένει τσε ήρτα ση σένα ντα υπό πα γρικήσεις. Σεν χαϊρλούς μο το καώ, τσε μο του θεού τη καοσίνη.
Εϊ Θείο όταν κοιμόμουνα είδα ένα όνειρο και δεν κατάλαβα τι είναι και ήρθα σε σένα να το πω τι θα καταλάβης.
Ας είναι με το καλλό και με του θεού την καλοσύνη. Έτσι άρχισε να εξιστορεί το όνειρο του στον θείο του χατσεφεντή ιερέα του χωριού όπως ακριβός το είδε.
Τι βραδύ σα μου πνόγκα είδα όραμα, κι πάνου σο Βαρασσό πιτούν ο ουρανός γομόθην Γαρανούς, τσε τα μισά παένγκαν στάνου τη μερέ τα μισά στακάτου τσε τα πουά παένγκαν ποπιδέ στη μερέ, δείχνοντας την Ελλάδα.
Το βράδυ όταν κοιμόμουνα είδα ένα όνειρο, επάνω στον Βαρασσό παντού ο ουρανός γέμισε χήνες, και τα μισά πήγαιναν στο επάνω μέρος τα μισά προς τα κάτω και τα περισσότερα πήγαιναν από αυτήν την μεριά.
Θα περιγράψω όπως ακριβώς το  άκουσα να το λέει η μητέρα μου στην Φαρασσιότικη διάλεκτο την οποία μιλούσε και ο ιερέας Χατσεφεντής.
Βάϊ γιαβρούμ Σάββα ο ύπνου σου σεν χαϊρλούς αμά τσόν καώ πιτούν σο κόσμο, τοις Χριστιανοί εν να μας πάρουν αποπηδέ εν να ινούμε γαρμάν τσορμάν, που στιμερέ εν να μας παγάσουν κανείς τσο κατέχει τα.
Τα μισά μας εν να ειπάμε στάνου στιμερέ, λέϊκα στακάτου τσε τα περισσά εν να ειπάμε σην Ελλάδα, τσε γώ πάλ εν να υπάω σεν μέγα νησί τσε σα σεράντα απνόσω.
Αχ αγαπημένε μου Σάββα το όνειρο σου να είναι χαϊρλήδικο, αλλά δεν είναι καλό, όλους τους χριστιανούς θα μας πάρουν από εδώ, θα γίνουμε άνω κάτω, προς σε πιο μέρος θα μας πάνε κανένας δεν ξέρει. Οι μισοί θα πάνε προς τα επάνω, μερικοί προς τα κάτω, και οι περισσότεροι θα πάμε στην Ελλάδα, και εγώ θα πάω σε ένα μεγάλο νησί και σε σαράντα ημέρες θα κοιμηθώ.
Μετά από έξι χρόνια το 1922 πήραν το μεγάλο μαντάτο της ανταλλαγής, ο κόσμος μπερδεύτηκε τα έχασε δεν ήξερε τι να κάνει, έτσι ο μεγάλος πατήρ Αρσένιος ο Καππαδόκης από τον Βαρασσό Φαράσσων πήρε με την θεία χάρη του θεού την ευθύνη  και προστάτεψε τους χριστιανούς και τους βοήθησε να κατέβουν στην Μερσίνη  και τους έβαλε στα βαπόρια και μαζί κατέβηκαν στον Πειραιά, τακτοποίησε τον κόσμο σε διάφορα μέρη και ο ίδιος πήγε στην Κέρκυρα σαν αρχιεπίσκοπος και σε σαράντα μέρες το 1924 κοιμήθηκε.
Με αφορμή το όνειρο του παππού μου και την εξήγηση του ιερέως Αρσενίου έγραψα το τραγούδι της Ανταλλαγής βλέποντας το στον ύπνο μου. Ο παππούς ο Σάββας μεγάλος οργανοπαίκτης αλλά είχε και το ταλέντο αυτοσχεδιάζει στοίχους, όπως από τραγούδια που τραγουδιόταν ήταν: της Ζεϊνόμ η Παίγνη, της Κουτσίστρας τα πουλόκ, Εϊ Τατά Σεϊ τατά, Οϊ μα Οϊ μα, Φόρια, Φόρια, Ες Αβίτσας.
Του μέγα Πάσκα, και πολλά με την Καραμανλίδικη γλώσσα, συνήθιζε να τραγουδάει τραγούδια από τους μεγάλους στιχουργούς «Ασήχους» που ήταν  Κόρογλου,  για τους Τούρκους ο γιος του τυφλού.
Ασίκ Καρίπης  «Στιχουργός Καρίπης» ή Καρίπογλου, Ασσίχος Γαράτσογλάν, Ασσίχος Γαρίπ, την Ζιλφιτελούσσα, την πεγκλιπέρτσα, η «φημισμένη», Η Χηριμ, μαλούσσα «Σγουρό μάλλα».
Ο Πεχπογιάζης «Ο Αχόρταγος» Η Αχ Βαχζήζα «Αυτή που  έκανε Αχ, Βαχ», Ασσίχ Μαίλ, Η  Αρτσού και ο Γαμπέρ, αγαπήθηκαν και τα μηνύματα τους τα έλεγαν τραγουδιστά με στίχους ο ένας τον άλλον διότι ο Γαμπέρ ήταν ένας τσοπάνος και Αρτσού κόρη του Βασιλιά.
Και βέβαια δεν θα ξεχάσουμε τον μεγάλο αγωνιστή, τον αντάρτη ΤΣΑΚΙΤΣΗ που με τον Ταμπουρά του με την ωραία του φωνή και με την Παλικάρια τσάκιζε τους Τούρκους και ενθάρρυνε τους Έλληνες στα Βουνά της Σμύρνης καταζητούμενος από το κεμαλικό κράτος των Σουλτάνων το τότε καθεστώς της Τουρκίας, Ακόμα και οι Τούρκοι Θαύμαζαν την παλικαριά του και την εξυπνάδα του, τον Τσακιτσή των Τραγουδούν ακόμα.
Κυνηγημένοι από τους Τούρκους έβγαιναν στα βουνά παίζοντας τον Ταμπουρά τους το σημερινό Σάζι έγραφαν τραγούδια βγαλμένα από την ζωή τους και από τα χρόνια που περνούσαν στα μέρη της Καππαδοκίας του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Πρωτοπαλίκαρα κρατούσαν της παραδώσεις στα δύσκολα χρόνια των Ελλήνων. Πολλές φορές με στοίχους και τραγούδια μετέφερναν μηνύματα για να μην καταλαβαίνονται από τους εχθρούς τους. Βλέποντας κάτι το παράξενο πάνω από τα βουνά που ζούσαν έλεγαν στοίχους και ο κόσμος καταλάβαινε και κρυβόταν, αυτό επικρατούσε από αρχαιοτάτων χρόνων που κρυβόταν στης υπόγειες σπηλιές τραγουδώντας ή σφυρίζοντας ο τσιλιαδόρος έφευγε ο κόσμος από το χωριό και κατέβαινε στης σπηλιές.

ΕΣ ΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟ ΤΡΑΓΟΔΙΤΗΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Μαύρο Έντουν ο ουράνος Μαύρο η καρτία Μαύρος έγινε ο ουρανός Μαύρη η καρδία
Μαύρα Ήρταν τα χαπάρα  Σην Καππαδοκία Μαύρα ήρθαν τα μαντάτα Στην Καππαδοκία
Χάθην ο Βαρασσός Χάθαν τα Ρουσία Χάθηκε ο Βαρασσός Χάθηκαν τα βουνά
Πόμνανη μανάχα  Σπίτα τσε τοπία Έμειναν μονάχα  Σπίτια και τόποι
Πήριν του θεού την χάρη Ο Χατσεφεντής Πήρε του θεού την χάρη Ο Χατσεφεντής
Σο ινσάνη νάν αντάμα  Σην Ανταλλαγή Στο κόσμο να είναι μαζί Στην Ανταλλαγή
Εμπασίντα σα βαπόρα  Ίγριψην Ψεά Τους έβαλε στα βαπόρια Κοίταξε ψηλά
Φταίνη σο θεό αν τάμα Να βκούμε Αρά Κάνη στο θεό ένα τάμα Να βγούμε γεροί
ΕΣ ΑΝΤΑΛΑΗΣ ΤΟ ΤΡΑΓΟΔΙ ΤΗΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Μαύρα τα χαπάρα ήρταν, ήρταν πο μακρά Μαύρα τα μαντάτα ήρθαν, ήρθαν από μακρά
Σο ινσάνη ήσαν μέγα ήσαντε πρικά Στον κόσμο ήταν μεγάλα ήτανε πικρά
Τα τοπία τα Ρουσία Σπίτα φύκαντα Τον τόπο τα βουνά τα σπίτια αφήσανε
Σο θεό φτένουν ευσή τσε νάϊνε, νάϊνε κά Στο θεό κάνουν ευχή να είναι να είναι καλά
Ξήλσαν, ξήλσαν τσε παένουν ση στρατά Πέσαν, πέσαν και πηγαίνουν στη στράτα
Σο θεό φτένουν ευσή τσε νάϊνε, νάϊνε κά Στο θεό κάνουν ευχή να είναι να είναι καλά
Τοπλατίσταν γρέφτουν, γρεφτουνε Ψεά Μαζευτήκαν κοιτάνε, κοιτάνε ψηλά
Σο θεό φτένουν ευσή τσε νάϊνε τσίπ αρά Στο θεό κάνουν ευχή και νάνε όλοι υγιείς
Τα τσοτσούχα τα μαχσούμα τσε ο χοραντάς Τα παιδιά τα μωρά και η οικογένεια
Ση στράτα του να παένουν νάϊνε, νάϊνε κά Στο δρόμο που θα πηγαίνουν να είναι καλά
Ξήλσαν, ξήλσαν τσε παένουν ση στρατά πέσαν, πέσαν και πηγαίνουν στη στράτα
Σο θεό φτένουν ευσή τσε νάϊνε, νάϊνε κά Στο θεό κάνουν ευχή να είναι να είναι καλά
Του θεού τη χάρη Πήριν ο Χατσεφεντής Του θεού τη χάρη πήρε ο Χατσεφεντής
Σορτόν τη στράτα ευκάμε σην Ανταλλαγή Στον ίσιο δρόμο βγήκαμε στην Ανταλλαγή
Σο θεό παρακαλένει τσε ση παναϊά Τον θεό παρακαλεί και την Παναγιά
Ση στρατά του να παένουμ νάϊνε, νάϊνε κά Στο δρόμο που θα πηγαίνουν να είναι καλά
Ξήλσαν, ξήλσαν τσε παένουν ση στρατά Πέσαν, πέσαν και πηγαίνουν στη στράτα
Σο θεό φτένουν ευσή τσε νάϊνε, νάϊνε κά Στο θεό κάνουν ευχή και είναι να είναι καλά

Ο πατήρ Αρσένιος «Χατσεφεντής» η μεγάλη αυτή φυσιογνωμία της εποχής εκείνης με της Θείες χάρες που των είχε προικίσει ο θεός, έβλεπε πολύ μακριά και καταλάβαινε τη θα συμβεί, μόλις σε έβλεπε ήξερε τη θα ζητήσεις, πολλές φορές οι γυναίκες τον πήγαιναν φαγητό και καταλάβαινε της σκέψεις τους αν πονηρευόταν της μάλωνε της κατηγορούσε ότι δεν μαγειρεύουν καλά για να μην τον ξαναφέρουν και γυρνούσε δίπλα να μην το βλέπει και γελούσε με έλεγε η μητέρα μου Κυριακή Φράγκου ανιψιά του Χατσεφεντή. Πάντοτε γελούσε και πείραζε τον κόσμο τον πατέρα μου τον έλεγε Σάββα εκεί που πάς και παίζεις δεν πιστεύω να παίζεις τραγούδια άπρεπα εκείνος τον ήξερε γιατί τον μάλωνε. Όχι παίζω δικά μας τραγούδια, μήπως δεν ήξερε τη παίζουν στους γάμους και στης διασκεδάσεις ώμος τον πείραζε συνέχεια.
Κάποια στιγμή ήρθαν κάποιοι σταλμένοι από ένα Σουλτάνο και πήραν τον ξακουστό ρωμιό Τσαλγουτσή Σάββα Φράγκου για να τους παίξει βιολί στο χαρέμι. Έκανε τρεις μήνες να γυρίσει στο σπίτι του, ανησυχούσαν μήπως του συνέβη κάτι σοβαρό διότι η κατάστασή δεν ήταν και πολύ καλή. Κάποια στιγμή μετά από καιρό ήρθε και έλεγε τη του συνέβη στο χαρέμι. Μόλις πήγα έδωσε διαταγή ο Σουλτάνος δέσουν τα μάτια του ρωμιού για να μην βλέπει τη γίνετε στο χαρέμι. Όταν ξεκίνησε να παίζει και αφού άναψε το γλέντι τον έφαγε η περιέργεια να δη τη γίνετε.
Λέει τον Σουλτάνο, αμάν Σουλτάνουμ, εγώ αν δεν βλέπω πως χορεύουν δεν μπορώ να παίξω καλά.
Και εκείνος τον λέει: «Τσόκ Σεϊτάν σουν Σάββα γιαβρούμ, ολμάζ»
Κάποια στιγμή εκεί που έπαιζε με το βιολί με το τοξάρι άνοιξε το ένα μάτι και έβλεπε τότε ο Σουλτάνος λέει λύστε το μαντίλι να βλέπει αυτός είναι τετραπέρατος και πολύ έξυπνος ρωμιός, έτσι ξανά δεν τον έδεσαν τα μάτια και έμεινε στο χαρέμι πολύ καιρό τον γέμισαν με λύρες και με συνοδεία τον έφεραν στο σπίτι μην πάθη στο δρόμο τίποτε.
Ο Τσαλγουτσής ήταν ξακουστός και περιζήτητος σε όλοι την Καππαδοκία , όχι μόνο για το βιολί του αλλά και για της άλλες του αρετές και χάρες που ήταν προικισμένος από το θεό.
Έτσι ξεκίνησε και μετά την ανταλλαγή όταν ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Αγροσυκιά μαζί με άλλες 37 οικογένειες από τα Φάρασσα.