Ιούνιος

Ιούνιος

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΕΘΙΜΑ

ΙΟΥΝΙΟΣ ΧΟΡΤΟΪΣ

Τον μήνα Ιούνιο το έλεγαν Χορτόϊ γιατί μετά την Άνοιξη οι σοδιές ήταν μπόλικες, τα χόρτα για τα ζώα πάρα πολλά και το κυριότερο άρχιζε  το θέρος που θα έβγαζαν τους καινούργιους καρπούς, φασόλια, φακές, ρεβίθια όλα τα όσπρια τους, τους γιαρμάδες για τα ζώα και το σιτάρι, για το ψωμί τους. Αυτός ο μήνας γέμιζε ελπίδες στα νοικοκυριά για να περάσουν όλη την χρονιά.
Έτσι τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού τον Ιούνιο  ονόμαζαν, ΧΟΡΤΟΪ.
Για τον Χορτόϊ έλεγαν,
ΣΑ ΜΟΥ ΕΡΤΣΙΤΗ Ο ΧΟΡΤΟΊΣ ΤΟΥ ΝΟΜΑΤΟΥ ΤΑ ΦΤΑΛΜΑ ΕΜΟΥΤΕ.
Όταν έρχεται ο Ιούνιος του ανθρώπου τα μάτια γεμίζουν.

Τον Ιούνιο στα Φάρασσα δεν είχανε επίσημες  τελετουργικές γιορτές, γιορτάζανε μόνο τον Εϊ Γιάννη.
Ένα έθιμο των νέων που κρατούσε από τον Ιανουάριο του Αγίου Γιανιού ως και την γιορτή Πέτρου και Παύλου. Κάτι παρόμοιο σαν τον Κλήδονα δηλαδή κλείδωναν τα χρυσαφικά τους την τύχη τους και δοκίμαζαν αν θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία που έβαζαν στο μυαλό τους, τον χρόνο αυτών και τα άνοιγαν την ημέρα του Πέτρου και πυέλου. Αυτός είναι ο κλήδονας.
Έστελναν μια κοπέλα ΣΟ ΠΕΓΑΪΔΙ, στο πηγάδι, να φέρει το αμίλητο νερό. Η κοπέλα θα έπρεπε να πάρει το νερό και όποιων συναντούσε στο δρόμο δεν έπρεπε να μιλήσει γιατί δεν το είχαν για καλό.
Τα ελεύθερα κορίτσια έβγαζαν όλα τα χρυσαφικά τους και ότι άλλο φορούσαν, τα τοποθετούσαν στο Παρχάτσι με το αμίλητο νερό φτιάχνοντας μιαν ευχή που ήθελαν.
ΒΑΖΑΝΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑΦΙΚΑ, ΒΡΑΣΟΛΕ , ΖΕΝΙΘΕ, ΠΕΣΟΥ ΣΟ ΠΑΡΧΑΤΣΙ, ΜΟ ΤΑ ΚΑΡΥΔΩΝΑ ΤΑ ΦΥΑ ΣΟΣ ΤΟΥ ΕΪ ΠΑΥΛΙΤΣΗ ΤΗΝ ΟΡΤΗ.
Έβαζαν Βραχιόλια, χάντρες, μέσα στο βαθύ πιάτο, και το σκεπάζανε με φύλλα καρυδιάς, ως την γιορτή του Άγιου Παύλου.

Τον Άγιων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου μαζευόταν τα ίδια κορίτσια, έβαζαν ένα αγόρι που δεν ήταν ορφανό και έβγαζε ένα, ένα τα χρυσαφικά ενώ τα κορίτσια έλεγαν στίχους διάφορους.
Από το χρώμα του χρυσαφικού και από το στίχο που έλεγαν τη στιγμή που έβγαζαν το χρυσαφικό μάντευαν την τύχη τους.
ΧΑΡΡΕ ΕΝ ΝΑ ΨΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΒΑ ΦΣΟΝΓΓΑΤΟ.
Τώρα θα ψήσουμε τα αυγά ομελέτα.
Σπάνανε τα αυγά που είχαν φέρει, τα κάνανε ομελέτα έτρωγαν και διασκέδαζαν τραγουδώντας και χορεύοντας. Από το έθιμο αυτό  στον πόντο αν προέκυπτε τυχερό γάμου τον γαμπρό τον έψηναν Ομελέτα που την έλεγαν  Φούστουρο. Τρώγοντας ο γαμπρός τον πείραζαν και τον έλεγαν γαμπρέ, γαμπρέ Φούστουρων τρως  και διασκεδάζοντας πολλές φορές πρόεκυπταν ζευγαρώματα γνωριμίες νέων και παντρευόταν.
Την ημέρα Πέτρου και Παύλου ότι έκανες ήταν προοδευτικό γι’ αυτό και προτιμούσαν να ζευγαρώνουν και να παντρεύονται την ημέρα αυτήν. Ακόμα την γιορτή των αγίων φύτευαν διάφορα  όπως τα φασόλια που ακόμα και σήμερα κρατούν και φυτεύουν την ημέρα αυτήν γιατί γίνονται πολύ καλά και καρποφορούν. Και τα ονομάζουν Πέτρου και Παύλου.
Όλες τις μεγάλες γιορτές στα Φάρασσα της έλεγαν Πάσχα.
Έτσι των Άγιων Αποστόλων, έλεγαν:
ΤΟΥ ΓΙΣΚΑΛΑΚΟΥ, Ο ΠΑΣΚΑΣ,  του κολοκυθιού ο Πάσχας,
ή του Γισκαλακού, ή σαρακοστή.
Του κολοκυθιού ή σαρακοστή, ίσος επειδή την σαρακοστή  συνήθιζαν να τρώνε κολοκυθάκια γιατί είναι νηστίσιμα και έκαναν πίτες με κολοκύθια, τα άνθη των κολοκυθιών τα γέμιζαν με πλιγούρι και τα μαγείρευαν όπως τα γεμιστά πιπέρια.
Τα παιδιά οι νέοι τα κορίτσια από την παραμονή γυρνούσαν το χωριό και τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια.  Αν είχαν όργανα γυρνούσαν το χωριό έστηναν χορούς στο μεσοχώρι δηλ, στην μέση του χωριού που συνήθως ήταν η πλατεία και πολλές φορές το ξημέρωναν διασκεδάζοντας. Ήταν μια ευκαιρία γνωριμίας των νέων, αφού τον υπόλοιπο καιρό ήταν δύσκολο να συναντηθούν  και προέκυπταν αρραβώνες και γάμοι.

Άκουγα από την μητέρα μου και από χωριανούς πρώτης γενιάς, κάτι σαν ιστορία αλλά ήταν γεγονός που έγινε.

Στα Φάρασσα, έλεγε ο Ισαάκ Αλεκόζης, κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Παύλου, ήταν μια σπηλιά έβγαινε νερό που ήταν Aγίασμα όποιος έπινε άρρωστος γινόταν καλά.
ΛΕΝΓΚΑΝΤΙ ΣΑ ΜΟΥ ΠΕΡΑΣΗΝ Ο ΕΪ ΠΑΥΛΟΣ ΑΠΗ ΤΣΙ ΚΑΤΣΗΝ ΑΝ ΗΜΕΡΑ ΣΟ ΣΠΙΛΟ ΠΕΣΟΥ, ΣΤΟΥ ΤΣΗΝ  ΤΗΝ ΑΚΡΑ ΥΠΑΝΤΑ ΤΟΥ ΕΪ ΠΑΥΛΙΤΣΙ Ο ΕΣΜΟΣ.
Έλεγαν όταν πέρασε ο Άγιος Παύλος από εκεί κάθισε μια μέρα στην σπηλιά μέσα, γι’ αυτό το είπανε του Αγίου Παύλου ο Αγιασμός.
Το νερό ΤΟ ΣΙΜΟ ΗΤΟΥΝ ΖΕΣΤΟ ΤΣΕ ΚΑΛΟΤΣΕΡΙ  ΗΤΟΥΝ ΑΤΗ ΜΠΟΥΖΙ.
Το χειμώνα ήταν ζεστό και το καλοκαίρι παγωμένο.
Κάποτε έλεγαν ένας Τούρκος αγόραζε δέρματα  τα πήγαινε και τα έβαζε στο νερό να μαλακώσουν, το πρωί τα έβρισκε πεταμένα στα βράχια πάνω, την άλλη ημέρα πάλι το ίδιο, την τρίτη ημέρα αποφάσισε και πήγε να φυλάξει να δη ποιος πετάει τα δέρματα,  Προτού ξημερώσει καλά, καλά το πρωί βλέπει κάποιων με ράσα παίρνει και ξανά πετάει. Τον λέει αν ξαναβάλεις τα βρομώ δέρματά σου στο νερό θα σε τιμωρήσω, ο Τούρκος από τον φόβο του τα χρειάστηκε και κόπηκε η φωνή του,  δεν μπόρεσε να πει στην οικογένεια του και στους χωριανούς  τι έγινε. Μετά από μερικές ημέρες κάποιος είπε να τον πάμε στον Χατζή αφέντη στον πάτερ Αρσένιο να τον διαβάσει. Πράγματι την άλλη μέρα τον πήγανε στον Χαντζή αφέντη να το διαβάσει, και είπε τη ακριβώς γινόταν και τη είδε.
Ο Χαντζή αφέντης κατάλαβε τη έγινε και τον λέει ήταν ο Άγιος Παύλος, γιατί το νερό που τρέχει είναι άγιασμα. Έστειλε ένα να φέρει νερό από το ρυάκι που ήταν λίγο πιο κάτω με ένα σητηλάκι, ΚΟΥΒΑΔΑΚΙ  τον έδωσε να πιεί,  τον διάβασε μια ευχή και όταν τελείωσε  ο Τούρκος μίλησε. Τον είπε μην το ξανακάνεις γιατί τα δέρματα σου είναι βρώμικα και δεν κάνει να τα πλένεις σε αυτό το νερό.  Από τότε ο Τούρκος πήγαινε στο εξωκλήσι του Αγίου Παυλίτση και άναβε κεριά.