Ιανουάριος

Ιανουάριος

ΤΑ ΜΙΤΣΙΚΑ ΦΩΤΑ

Στης  γιορτές του Ιανουαρίου, μετά την πρωτοχρονιά ήταν τα Άγια Θεοφάνια. Στην Φαρασσιότικη διάλεκτο τα έλεγαν ΜΙΤΣΙΚΑ ΦΩΤΑ δηλ, τα μικρά φώτα. Οι γυναίκες όπως και στης άλλες γιορτές αρχινούσαν από την παραμονή να ζυμώνουν και να πλάθουν τα ΚΕΤΕΖΑ δηλ, τα κουλουράκια για τα παιδάκια που θα έψελναν τα κάλαντα.

Η Μητέρα μου Κυριακή Ιορδανίδου με έλεγε. «Φτένκαμη ΚΕΤΕΖΑ ατή χαλχάδε ερχούσαντι τα Τσοτσούχα σο κουζδέρεμα τσε κρεμάσκαμτα σο κουζδέρι πε, ένα». Δηλ, κάναμε κουλουράκια σαν χαλκάδες ερχόταν τα παιδιά στα κάλαντα και κρεμούσαμε στο τσιγκέλι από ένα.

Όσοι είχαν βαπτιστικά συνήθιζαν να τους πηγαίνουν δώρα και μία  λαμπάδα  όσο ήταν το μπόι τους και έλεγε «σός των μπόι σου ύφαρα σε τσε αν κόντσορο, να ζεις πουά χρόνε τσε μό το καώ να ιδούμε τα κελέσα σου της μέρες». δηλ, Όσο το μπόι σου σε έφερα μία λαμπάδα, να ζήσης πολλά χρόνια, με το καλό να δούμε και της ωραίες σου   ημέρες. Το βαπτιστικό φιλούσε το χέρι του νουνού ή της νουνάς και τους ευχαριστούσε για τα δώρα που των έφεραν. Χαράματα ξεκινούσαν όλοι οικογενειακός για την εκκλησία, παίρνανε μαζί τους και ένα «ΠΟΤΟΥΤΣΙ» δηλ, ένα ποτήρι για να πάρουν αγιασμό από το «ΧΑΡΙΕΝΙ» δηλ, από το καζάνι. Στη συνέχεια φέρνανε των αγιασμό στο σπίτι  ραντίζανε και φώτιζαν τα δωμάτια την αυλή τον στάβλο και τα χωράφια. Την ημέρα αυτή ο παπάς γύριζε και φώτιζε τα σπίτια του χωριού, ψάλλοντας εν  Ιορδάνη βαπτιζομένη, έπαιρνε μαζί του ένα παιδί να κρατάει το «ΣΙΤΙΛΟΚΟ» δηλ,  κουβαδάκι, στο οποίο βουτούσε ο παπάς τα «ΙΡΑΧΑΝΑ» δηλ, τα βασιλικά και φώτιζε τα σπίτια ο κόσμος έριχνε κέρματα μέσα στο κουβαδάκι τα οποία έπαιρνε σαν δώρο το παιδί, για των παπά δίνανε στο χέρι ή των βάζανε στον «ΧΑΠΙΚΑ» δηλ, ένα δισάκκι που το φορούσε στον ώμο του, Συνήθως έδιναν πλιγούρι, κορκότο σιμίντρι, τραχανά και ότι άλλο μπορούσε να δόση ο καθένας,

Την ημέρα των Φώτων η ευχή που ακουγόταν ήταν «ΦΩΩΩΤΑ ΤΣΕ ΚΑΛΗΜΕΡΑ» απαντούσαν «ΣΕΝ ΤΣΕ ΣΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΑΝΟΥ» δηλ, φώωωτα και καλημέρα, ας είναι και στον κόσμο πάνω. Τα παιδιά έκαναν παρέες και έλεγαν τα κάλαντα στα σπίτια, πήγαιναν στα δώματα και κρεμούσαν από την «ΚΑΠΝΗ» από την καπνοδόχο το «ΚΟΥΖΔΕΡΙ» το τσιγκέλι φώναζαν, Φώτα τσε καλημέρα, σεν τσε σον κόσμο Πάνου, απαντούσε ή νοικοκυρά.

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΘΑ ΤΑ ΠΑΡΑΘΈΣΩ ΜΕ ΤΑ ΥΠΌΛΟΙΠΑ ΚΑΛΆΝΤΑ  ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡOΝΙΆΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΈΝΝΩΝ ΣΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΘΙΜΑ.

Φωνάζοντας έλεγαν «ΔΕΕΕΒΑΣ ΤΣΕ ΚΡΕΜΑΣ», δηλ, πέεερασε και κρέμασε.Η ημέρα των φώτων ήταν ημέρα των «ΣΕΜΑΔΕΜΕΝΩΝ» δηλ, των  αρραβωνιασμένων. Το έθιμο αυτό το κρατούσαν πιστά και μάλιστα ο γαμπρός έπρεπε να πάει στο κυνήγι να σκοτώσει λαγό οι πέρδικες  για να φέρει στην αρραβωνιαστικιά του. Ειδοποιούσε να τον δεχτούν στο σπίτι γιατί ήταν ντροπή να βλέπει το αγόρι την «ΣΗΜΑΔΕΜΕΝΗ» , δηλ, την αρραβωνιαστικιά. Το αγόρι έπαιρνε δύο «ΤΟΣΤΙΔΕΣ» δυο πιστούς φίλους «μο τα ΤΟΥΦΑΓΚΑ». δηλ, με τα τουφέκια και πήγαινε στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς.  Ο ένας απτούς φίλους είχε στην μέση του δεμένο τον λαγό και στον ώμο του το ντουφέκι , Ο ένας που είχε τον λαγό πήγαινε με τον αρραβωνιασμένο μέσα στο σπίτι, και όσο καιρό έμεναν μέσα, ο άλλος με το ντουφέκι στον ώμο ανέβαινε στο «ΔΩΜΑ» δηλ, στην ταράτσα του σπιτιού και φιλούσε την «ΚΑΠΝΗ», δηλ, την  καπνοδόχο για να μην έρθουν οι αντίζηλοι και χαλάσουν την καπνοδόχο. Ήταν μεγάλη προσβολή για τον γαμπρό αν κάποιος αντίζηλος  για κάποιον λόγο χαλούσε την καπνοδόχο,  χαλούσε ο αρραβώνας του. Αυτός που  φιλούσε την «ΚΑΠΝΗ» τον ονόμαζαν «ΚΑΠΝΑΣΤ» αν  για να διαφυλάξει την τιμή του φίλου του σκότωνε κάποιον ο Kαπνάστ δεν δικαζόταν ούτε τον κατέκριναν κανένας ήταν τιμητικό η υπεράσπιση του φίλου  και πολλές φορές τον έδιναν συγχαρητήρια. Αφού τελείωνε η φιλοξενία με το τραπέζι του γαμπρού, η πεθερά των δώριζε ότι είχε και έπαιρνε τους φίλους του και έφευγαν.

ΤΑ ΜΕΓΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

Τα μεγάλα φώτα στα Φάρασσα πολύ δεν κοιμόταν για να είναι ξύπνιοι όταν ανοίξουν οι ουρανοί να Αγιαστούν τα νερά για να ζητήσουν από των Θεώ μια επιθυμία, και έλεγαν  «ΣΑΜΟΥ ΝΟΙΓΕΤΗ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΔΙΤΙΣΗ ΟΤΙ ΗΡΕΒΙΣ» δηλ, όταν ανοίγει ο ουρανός ο θεός σε δίνη ότι θέλεις. Οι γυναίκες την «ΑΒΙΤΣΑ» την Αυγή πήγαιναν στο πηγάδι ή στα ποτάμια να πάρουν νερό «μο το ΖΟΥΤΣΙ» με την στάμνα «ΠΙΡΜΟΥ ΝΑ ΚΑΤΣΕΨΟΥΝ» και χωρίς να μιλήσουν γύριζαν σπίτι. Το νερό «ΕΝΤΟΥΝ ΕΣΜΟΣ» το νερό έγινε αγιασμός. Με το αμίλητο νερό μαγείρευαν και ράντιζαν να φύγουν τα κακά από το σπίτι. Μόλις χάραζε ξεκινούσαν για την εκκλησία παίρνοντας μαζί τους αν  «ΠΟΤΟΥΤΣΙ»  ή αν «ΣΙΤΙΛΟΚΟ» δηλ, ένα ποτήρι ή ένα κουβαδάκι στην εκκλησία όσο παρακολουθούσαν την λειτουργία είχαν αναμμένα κεριά, ή λαμπάδες που τα άναβαν από τον «ΚΟΝΤΣΟΡ».  Κότζορος είναι το μεγάλο κερί ή λαμπάδα» που ήταν αναμμένη στην εκκλησία, ο καθένας που πήγαινε προσκυνούσε της εικόνες και από τον Kόντζορο  άναβε το κερί που το κρατούσε στα χέρια. Στην μέση της εκκλησίας «ΙΤΟΥΝ ΑΝ ΜΕΓΑ ΧΑΡΙΕΝΙ» ήταν ένα μεγάλο καζάνι στο οποίο ήταν γεμάτο νερό.  Όταν ήταν να ρήξη ο παπάς των σταυρό για να αγιαστεί το νερό έβγαινε στην ωραία πύλη και καλούσε τον κόσμο να δόση προσφορά.  Όποιος έδινε  την μεγαλύτερη  έβγαζε τον σταυρό από το «ΧΑΡΙΕΝΙ» από το καζάνι.  Αφού έψελναν εν Ιορδάνη της ευχές του μεγάλου αγιασμού και πετούσε ο παπάς των σταυρό στο «ΧΑΡΙΕΝΙ» αυτός που θα το έβγαζε το γυρνούσε στο χωριό. Από τον αγιασμό τον μεγάλων φώτων κρατούσαν σε ένα μπουκαλάκι  το βάζανε στο εικονοστάσι, πολλές φορές το έδιναν σε αρρώστους για να γίνουν καλά. Την ημέρα αυτήν γιόρταζαν όσοι λεγόταν Ιορδάνης και Φώτης. Ό καθένας είχε ετοιμασίες στο σπίτι του γιατί περίμενε επισκέψεις από τους συγγενής και τους φίλους.

Ό χαιρετισμός της ημέρας ήταν «ΦΩΩΩΤΑ ΤΣΕ ΚΑΛΗΜΕΡΑ,»  Φώωωτα και καλημέρα, «ΣΕΝ ΣΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΑΝΟΥ».  Ας είναι στον κόσμο επάνω. Έλεγαν και ευχόταν ο ένας των άλλων. Ακόμα αυτήν την ημέρα έλεγαν «ΚΟΝΤΣΟΡΟΣ ΠΑΝΟΥ, ΤΕΝΤΣΕΡΕΣ ΠΩ ΠΟΥΚΑΤΟ», δηλ, ή λαμπάδα από πάνω, το καζάνι από κάτω, το λέγανε και ευχότανε να έχεις του κόσμου  τα αγαθά.

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Ακόμα γιορτάζανε τον Εϊ Γιάννη.  Το μήνα Ιανουάριο την Γιορτή του Αγίου Γιαννιού, τα ελεύθερα κορίτσια έβγαζαν όλα τα χρυσαφικά τους και ότι άλλο φορούσαν στέλνανε μια κοπέλα ΣΟ ΠΕΓΑΪΔΙ, στο πηγάδι, να φέρει το αμίλητο νερό. Βάζανε τα χρυσαφικά, ΒΡΑΣΟΛΕ , ΖΕΝΙΘΕ, ΠΕΣΟΥ ΣΟ ΠΑΡΧΑΤΣΙ, ΜΟ ΤΑ ΚΑΡΥΔΩΝΑ ΤΑ ΦΥΑ ΣΟΣ ΤΟΥ ΕΪ ΠΑΥΛΙΤΣΗ ΤΗΝ ΟΡΤΗ. Τα έβαζαν όλα Βραχιόλια, χάντρες, μέσα στο βαθύ πιάτο, και το σκεπάζανε με φύλλα καρυδιάς, το κλείδωναν ως την γιορτή του Άγιου Παύλου.  Στην Γιορτή του Πέτρου και Παύλου  άνοιγαν το παρχάτσι και έκαναν το έθιμο του κλείδωνα. Δηλ, ξεκλείδωναν τα χρυσαφικά που είχαν βάλει του Αγίου Γιαννιού. Το υπόλοιπο τον Ιούλιο στην γιορτή του Αγίου Πέτρου και Παύλου.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ
ΤΗΣ 30 ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ ΓΙΩΡΤΑΖΑΝ ΤΩΝ ΤΡΙΏΝ ΙΕΡΑΡΧΏΝ

Οι τρεις Ιεράρχες, Άγιοι Προστάτες της Παιδείας και των Γραμμάτων.

Την εορτή των Τριών Ιεραρχών την καθιέρωσε για πρώτη φορά ο Αλέξιος Κομνηνός το 1100 μΧ. για να τιμούνται από τους χριστιανούς, οι τρεις μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας μας.  Για να σταματήσουν οι διαμάχες και φιλονικίες μεταξύ των πιστών σχετικά με το ποιος από τους τρεις Αγίους είναι ο πιο σπουδαιότερος  και ο πιο μεγάλος ο (Άγιος Βασίλειος- ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ή ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος). Οι πιστοί χωρίστηκαν σε ομάδες, ανάλογα με ποιον άγιο θεωρούσαν πιο σημαντικό και δραστήριο.

Αυτοί που υποστήριζαν τον Μέγα Βασίλειο ονομαζόταν Βασιλείται, αυτοί που υποστήριζαν τον Άγιο Γρηγόριο τον θεολόγο λεγόταν, Γρηγορίται, και αυτοί που υποστήριζαν τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο λεγόταν Ιωαννίται. Μετά από μερικούς αιώνες γύρο στο 1826 μΧ, ο Δημήτριος Φρειδερίκος, και ο Κωνσταντίνος Τυπάλδος, ιδρυτές της Ιονίου Ακαδημίας, καθιέρωσαν την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στην Ελληνική Παιδεία. Αργότερα, καθιερώθηκε για όλων τον Ελληνισμό, εορτή των Τριών Ιεραρχών ως ημέρα αφιερωμένη στα Γράμματα και στην Παιδεία Από τότε ως και σήμερα, οι Τρεις Ιεράρχες θεωρούνται προστάτες των μαθητών, των φοιτητών και των σπουδαζόντων, και εορτάζονται 30 Ιανουαρίου και καθιερώθηκε σχολική αργία.

Την θεία Λειτουργία για την ημέρα των Τριών Ιεραρχών την έγραψε ο επίσκοπος Ιωάννης Μελανώπους ή Μαυρόπους), γραμματικός συγχρονιστείς του Αλεξίου Κομνηνού. Έγραψε ακόμα και το απολυτίκιο των τριών Αγίων. Τους τρεις μέγιστους τους φωστήρας της Τρις ηλίου Θεαίτητος, τους την οικουμένη εκτίνω δογμάτων θείων πισεύσαντας, τους μελιρρύτους ποταμούς της Σοφίας, τους στην κτίση πάσαν θεογνωσίας νάμα σι κατά δεύσαντας, Βασίλειων τον Μέγαν, και το Γρηγόριο θεολόγο, συν τω κλείνω Ιωάννη, τω την γνώσω χρυσορρήμονι, πάντες των λόγων αυτών εράστε, συνελθόντες υμείς τιμήσω μεν, αυτοί γαρ τη Τριάδι, υπέρ ημών αεί πρεσβεύουσα. Κοντάκιο. Τα τους ιερούς και θεό φθόγγους κήρυκας, την κορυφή των Διδασκάλων Κύριε, προσέλαβα εις απόλαυση, των αγαθών σου και ανάπαυσαν, τους πόνους γαρ εκείνων και τον καμάτων, εδέξω πάσαν όλο κάρπωση, ο μόνος δοξάζων τους Αγίους σου. Το 1922 με την ανταλλαγή πληθυσμών, από τον Πόντο, από την πατρίδα του Αλέξιου Κομνηνού ήρθαν οικογένειες στην Αγροσυκιά, και μαζί με τα ήθη έθιμα, τους χορούς και τα τραγούδια τους, έφεραν και το πατροπαράδοτο έθιμο των τριών ιεραρχών. Στα χωριά της Αργυρούπολης του Πόντου, το χωριό Χάρσερα, ήταν ένα από τα πιο προνομιούχα χωριά, χάρις της χήρας Άννας, Αλέξιου, Κομνηνού. Στο Χωριό Χάρσερα τα καλοκαίρια παραθέριζαν Βασιλείς των Κομνηνών, γι’ αυτόν το λόγο η Άννα Κομνηνού έδωσε διαταγή να μην πειράξουν το χωριό, αυτό, οι κάτοικοι το εκτίμησαν και προς τιμήν του γεγονότος αυτού ονόμασαν το χωριό τους Χάρσερα, Δηλ, «Χάριν της χήρας» Χάρ σέρα. Το έθιμο αυτό στην Χάρσερα αποτελούσε ένα έσοδο για της ανάγκες της μάθησης των παιδιών. Την ημέρα αυτή μαζευόταν όλοι οι κάτοικοι του χωριού στο σχολείο και ο καθένας έφερνε από ένα δώρο. Στο τέλος όσα δώρα μαζευόταν τα έβγαζαν σε δημοπρασία τα χρήματα που μάζευαν κάλυπταν τα έξοδα τον Δασκάλων, των βιβλίων και ότι ανάγκες παρουσιαζόταν στο σχολείο. Έτσι μαζί με τα άλλα που κατάφεραν να φέρουν μαζί τους, έφεραν το πατροπαράδοτο έθιμο, το καθιέρωσαν στην καινούργια τους πατρίδα. Από τότε μέχρι το 2013 με την βοήθεια των κατοίκων της Αγροσυκιάς, τον εκάστοτε δασκάλων αναβιώνει το έθιμο των τριών Ιεραρχών, που μπορεί να είναι από τα λίγα χωριά που κατόρθωσαν να διατηρήσουν και να μεταδώσουν και στης επόμενες γενιές. Σήμερα το έθιμο δεν αναπολείτε πλέον γιατί το σχολείο της Αγροσυκιάς έκλεισε δια τον λόγο ότι είχε λίγα παιδιά. Μαζί έκλεισε και ο κύκλος του πατροπαράδοτου εθίμου γιατί δεν υπάρχουν συνεχιστές. Βέβαια θα μπορούσε να το συνέχιση ο σύλλογος τον ποντίων από τα χωριά της Χάρσερας όμως το ενδιαφέρον του συλλόγου και αυτών που αναλαμβάνουν στρέφεται  προς άλλες κατευθύνσεις.. Ίσος η καλή θέληση να κρατηθεί το έθιμο των Καππαδοκών Αγίων δεν υπάρχει,.

ΛΊΓΑ ΛΌΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΈΘΙΜΟ ΤΩΝ ΤΡΙΏΝ ΙΕΡΑΡΧΏΝ.

Η Τελετή ξεκινούσε με τον ιερέα, τελείτε μνημόσυνο για τους κατοίκους και δασκάλους της εποχής εκείνης. Ψάλλετε το απολυτίκιο, μοιράζονται κόλλυβα μαζί με ένα ποτό.  Παλαιά προσφερόταν τσίπουρο γιατί ήταν της εποχής και πάντα σε κάθε σπίτι υπήρχε, τώρα προσφέρουν κονιάκ. Όταν υπήρχε δυνατότητα τα παιδιά έλεγαν ποιηματάκια, μαζί με χορωδίες με διάφορα τραγουδάκια, η και κανένα σκετς.
Την δημοπρασία συνήθως την έκανε κάποιος κάτοικος που είχε χιούμορ που μπορούσε να προκαλέσει ευχάριστο συναίσθημα, να προκαλεί γέλιο για να γίνετε όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη η δημοπρασία. Για πολλά χρόνια το μέρος της δημοπρασίας το έκανε ο μπάρμπα Ηλίας Θεοδωρίδης κάτοικος της Χάρσερας. Αργότερα και άλλοι κάτοικοι όπως ο υιός Ιωάννης Θεοδωρίδης, ο Ιορδάνης Πετρίδης, ο Γεώργιος Αναστασιάδης και άλλοι.
Η δημοπρασία άρχιζε εκτιμώντας τα δώρα περίπου και έλεγε μια τιμή, αυτός που έκανε την δημοπρασία πάντα με χαμηλό τίμημα. Όποιος κάτοικος επιθυμούσε ανέβαζε το ποσό, άλλος χτυπούσε πιο πάνω ώσπου κάποτε ο δημοπρατών μετρούσε αργά, αργά, ως το τρία, αν δεν υπήρχε άλλη προσφορά τα δώρα κατοχυρωνόταν, στον τελευταίο.
Τα έπαιρνε κάποιος που οριζόταν με ένα δίσκο τα μετέφερε κερνώντας του ένα ποτό. Αυτός με την σειρά του έβαζε στον δίσκο το ποσό που έχει χτυπήσει, και έτσι συνεχιζόταν η δημοπρασία, ώσπου να τελειώσουν τα δώρα. Μετρούσαν τα χρήματα μπροστά στον κόσμο και ανακοινώνονταν το ποσό, τα χρήματα τα έπαιρνε ο διευθυντής του σχολείου μαζί με την σχολική επιτροπή και τα χρησιμοποιούσαν όπου έκριναν αυτοί για της ανάγκες του σχολείου. Μετά το πέρας της εκδηλώσεις υπήρχαν διάφορα εδέσματα, με ποτά κρασιά, αναψυκτικά, στην αίθουσα, που οι προσκεκλημένοι κερνιόνταν  διασκεδάζοντας.  Πολλές φορές συνεχιζόταν το γλέντι μέχρι το πρωί, χορεύοντας και τραγουδώντας με τοπικά όργανα.