Απρίλιος

Απρίλιος

Έμπην τσε ο Απρίλης. Σαμού μπένκιν ο Απρίλης φτένγκαν παίγνες παναντάου μας. Ήτουν του ψεματού η μέρα. Λέγκαντι ψέματα μο το ινσάνη, ερ να λεισμονίγκαν του ήτουν 1 Απρίλη. Πιτάσκαντα σε μερέ να γιάσουν τείν. Φτένγκαν γεράν νίκα αναμετάξυ τουν.
Μπήκε και ο Απρίλιος. Όταν έμπαινε ο Απρίλης κάναμε παιγνίδια μεταξύ μας. Ήταν ημέρα του ψέματος. Έλεγαν ψέματα με τους ανθρώπους αν το είχαν ξεχάσει ότι είναι πρωταπριλιά.  Τους στέλνανε σε ένα μέρος για να γελάσουν. Έκαναν αστεία μεταξύ τους.

Ένας στα Φάρασσα στο χωριό της Κίσκας έλεγε πολλά ψέματα, όλο το χρόνο, ο κόσμος άρχισε να μην τον πιστεύει. Την 1η Απριλίου εκεί που έβοσκε τα πρόβατα απέναντι στο βουνό (Γουζουλούκ) Μέρος Βοσκής,  Πελίτ Ταγ έπεσαν δύο λύκοι και κατασπάραξαν τα πρόβατα του. Φώναζε τους χωριανούς του να τον βοηθήσουν,  χτυπιόταν ξεφωνίζοντας, οι λύκοι τρώνε τα πρόβατα μου.!!! Κανένας δεν τον πίστεψε, κόντεψαν να φάνε και τον ίδιο. Όταν γύρισε στο χωριό τον ρωτάνε που είναι τα πρόβατα σου. Τους λέει τα έφαγαν οι λύκοι γέλασαν πάλι οι άνθρωποι και τον αστειεύτηκαν δεν τον πίστεψαν. Το λένε καλά δεν ξέρεις σήμερα είναι πρωταπριλιά και πας να μας κοροϊδέψεις. Τότε κατάλαβε ότι το ψέμα ποτέ δεν γίνετε αλήθεια. Μια φορά είπε αλήθεια, και έχασε τα πρόβατα του. Έτσι στο εξής δεν έλεγε ψέματα αλλά πάλι δεν τον πίστευαν.

Το μήνα Απρίλιο ήταν το μεγάλο Χριστιανικό Πάσχα.
Στην Φαρασσιώτικη διάλεκτο το έλεγαν ΜΕΓΟΝ ΠΑΣΚΑ.
Για τον Φαρασσιώτη το μέγα Πάσκα ήταν από της μεγαλύτερες χριστιανικές γιορτές του χρόνου. Αρχίζανε από την Κυριακή των Βαΐων εκκλησιαζόταν καθημερινά και ετοίμαζαν τα πασχαλινά τους φαγητά.
Την μεγάλη πέμπτη έβαφαν τα αυγά κόκκινα, όλοι η εβδομάδα ήταν πένθιμη, μουσική δεν άκουγαν ούτε έπαιζαν, από την μεγάλη παρασκευή ήταν αμαρτία  να κάνουν δουλειές, πήγαιναν άναβαν κεριά στα εξωκλήσια και μάζευαν λουλούδια να στολίσουν των επιτάφιο.
Την Κυριακή πολύ νωρίς ο παπάς χτυπούσε την καμπάνα της εκκλησίας.
Φορούσαν τα γιορτινά τους παίρνανε αυγά κόκκινα λαμπάδες τα πιστόλια τους και ξεκινούσαν για την εκκλησία.
Όταν έλεγε ο παπάς δεύτε λάβετε φως άναβαν της λαμπάδες και ξεκινούσε η ανάσταση του χρηστού.  Έβγαιναν στο προαύλιο χώρο της εκκλησίας.
Άρχιζε ο παπάς το ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΕ τα πιστόλια παίρνανε φωτιά και φώναζαν: ΣΥΡΕΝΟΥΜ ΤΗΣ ΤΣΙΦΟΥΤΗ ΠΟΥ ΤΣΑΣΤΕΨΑΝ ΤΟ ΧΡΗΣΤΟ ΜΑΣ δηλ, πυροβολούμε τους άπιστους που σταύρωσαν τον Χριστό μας.
Ευχόταν ο ένας τον άλλον ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΕ και απαντούσαν ΛΗΘΟΣ ΑΝΕ δηλ, χρηστός ανέστη, αληθώς ανέστη.
Τους γέρους και της γριές τους φιλούσαν τα χέρια ΣΟΓΚΡΙΖΑΝ ΤΑ ΛΤΙΝΑ ΤΑ ΒΑ Τσούγκριζαν τα κόκκινα τα αυγά εύχονταν χρηστός ανε, ληθός ανεΧριστός Ανέστη, Αληθώς ΑνέστηΚΑΟΣ  ΗΡΤΕΝ ΤΣΕ Ο ΠΑΣΚΑΣ.  Καλώς ήρθε και το Πάσχα.
Γυρνώντας από την εκκλησία στο σπίτι καθάριζαν κόκκινα αυγά και πετούσαν τα τσόφλια στο δρόμο, και έλεγαν ΕΡ ΝΑ ΜΗ ΠΕΣΕΙ ΣΤΗ, ΤΟΥ  ΛΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥ ΤΟ ΤΣΕΦΛΙ,  ΑΝΟΙΞΗ  ΤΣΟ ΓΡΙΚΑΣ. Δηλ, Αν δεν πέσει του κόκκινου αυγού το τσόφλι στη γη, άνοιξη  δεν καταλαβαίνεις.
Το απόγευμα της Κυριακής γινόταν η δεύτερη ανάσταση. ΣΑ ΜΟΥ ΚΡΟΥΓΚΕΝ ΤΟ ΣΥΜΑΝΤΡΟ Ο ΠΑΠΑΣ, ΤΣΙΠΜΑΣ ΠΑΓΕΓΚΑΜΕ ΣΗΝ ΕΚΚΛΕΣΙΑ, ΤΣΕ ΦΤΈΝΓΚΑΜ ΤΟΥ ΜΕΓΑ ΠΑΣΚΑ ΤΑ ΤΕΤΙ δηλ, όταν χτυπούσε ο παπάς την καμπάνα πηγαίναμε όλοι μας στην εκκλησία και κάναμε του μεγάλου Πάσχα το συνήθειο.
Διάβαζε ο παπάς το ευαγγέλιο, σε όσες γλώσσες ήξερε και κάθε φορά χτυπούσε η καμπάνα.
Πριν ξεκινήσει η πομπή έλεγε ο παπάς ΤΗΣ ΗΡΕΒΗ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟ ΜΠΑΪΡΑΧΙ δηλ, ποιος θέλει να κρατήσει το λάβαρο, γινόταν δημοπρασία και όποιος έδινε την καλύτερη προσφορά κρατούσε το λάβαρο, το ΜΠΑΪΡΑΧΙ όπως το έλεγαν.
Ο παπάς πήγαινε μπροστά με την εικόνα της ανάστασης, πίσω το λάβαρο της ανάστασης, οι ψάλτες και ο κόσμος, γύριζαν όλο το χωριό και κατέληγαν στο ΜΕΣΟΧΩΡΙ στην πλατεία του χωριού ή στην αυλή της εκκλησίας, ο παπάς έδινε την απόλυση και άρχιζε ο χορός του ΜΕΓΑ ΠΑΣΚΑ, του μεγάλου Πάσχα.
Πρώτος άρχιζε συνήθως τον χορό ο παπάς του χωριού Έκαναν το Έμωσμα, (Γέμισμα) του χορού,  έβγαινε  ο παπάς και συνέχιζαν οι χορευτές τον χορό του Μέγα Πάσκα.
Κρατούσαν ΚΟΝΤΣΟΡΟΥΣ στα χέρια δηλ. λαμπάδες λέγανε το ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΕ, ΛΗΘΟΣ ΑΝΕ, Ο ΒΑΣΙΛΟΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ δηλ. Χρηστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη, Ο Βασιλιάς του Ουρανού και κάνανε το ΕΜΩΣΜΑ, το γέμισμα του χορού ώσπου να συμπληρωθεί ο κύκλος.
Μετά γινόταν το ΡΑΔΙΕΣΜΑ το αράδιασμα του χορού ο κύκλος, οι Φαρασιώτικοι τελετουργικοί χοροί συνήθως έχουν τρία μέρη. Το Έμωσμα, Το Ράδιεσμα, και το Πέτταμα.
Ο χορός του Πάσχα έχει δύο. Το Έμωσμα και το Ράδιεσμα.
Το τραγούδι του μέγα Πάσκα είναι ΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΧΡΙΣΤΙΕΝΟΙ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΠΑΣΚΑ,   ΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑ. Δηλ, Γιορτάζουμε χριστιανοί το μεγάλο Πάσχα, γιορτάζουμε του χριστού την ανάσταση.
Οι γυναίκες γέμιζαν κόκκινα αυγά στην ποδιά τους, και τα μοίραζαν στον κόσμο για να τσουγκρίζουν. Οι άνδρες μοίραζαν «μο το ΠΟΤΟΥΤΣΙ» δηλ. με το ποτήρι κρασί κόκκινο να πίνουνε.  Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι την «ΑΒΙΤΣΑ» την Αυγή Αυγίτσα.
Τα μικρά παιδιά  έτρεχαν ανάμεσα στους χορευτές έπαιζαν κρυφτούλι και κυνηγητό.
Για τρεις ημέρες δουλειά δεν έκαναν μόνο γλεντούσαν.
Οι Φαρασσιώτες έλεγαν πως το Πάσχα, με την ανάσταση του χρηστού, οι ψυχές των.

ΣΗΜΟΥΡΟΥ ΕΝΟΙΞΑΝ ΟΙ ΘΥΡΕΣ, ΝΑ ΒΚΟΥΝΕ ΟΙ ΨΥΣΕΣ ΝΑ ΝΕΓΚΟΣΟΥΝ ΣΟΣ ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ.
Δηλ, σήμερα άνοιξαν οι πόρτες, θα βγούνε οι ψυχές να γυρίσουν μέχρι την πεντηκοστή.

ΤΟΥ ΜΕΓΑ ΠΑΣΚΑ ΤΟ ΤΡΑΓΟΔΙ         ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΣΧΑ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ 

Ορταζούμε χριστιενοί το μέγα πάσκα,          Εορτάζομαι χριστιανοί το μεγάλο Πάσχα
Ορταζούμε του χριστού την ανάστα,             Εορτάζομαι του χριστού την ανάσταση
Βζήσταν τα τσαστέμας τσε τα κρίματα,        Σβήσαν τα βάσανα μας και η αμαρτίες
Νοίγην ο ουράνος νοίγαν τα μνήμορα.         Άνοιξε ο ουρανός άνοιξαν τα μνήματα

Κουπώθην σον κόσμο του θέ  η χαρά,          Χύθηκε στον κόσμο του θεού η χαρά
Νοίγανε μακρέ ψυσής μας τα φτερά,            Ανοίξανε μακρά της ψυχής μας τα φτερά
Να πετ’τάση τσε να βκή σον ουρανό,           Να πηδήξει και να βγει στον ουρανό
Ραδιεστήτε τσίπ’σας αν’τι γιαρανό.              Αραδιαστείτε όλοι σας σαν τον πελαργό

Ανεστήθην τσε σο μέτρου την άκρα,             Αναστήθηκε και για εμάς ακριβώς
Να παστρέψει του κριμάτου τα δακρέ,         Να σκουπίσει της αμαρτίας τα δάκρυα
Να ψεώση πω’στη γη σον ουρανό,                Να ανεβεί από την γη στον ουρανό
Να ην ή πίστη ση ψυσή μας κατηνό.             Να είναι η πίστη στην ψυχή μας καθαρό

 

ΑΝΤΙΠΑΣΚΑ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ

Την πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα την έλεγαν ΝΤΙΠΑΣΚΑ, αντίπασχα, την ημέρα αυτή ήταν του ΕΪ ΘΟΥΜΑ Η ΤΣΕΡΕΤΣΗ, του αγίου Θωμά η Κυριακή.

Από την Τετάρτη έως το Σάββατο δούλευαν μόνο τα πρωινά και τα βράδια γλεντούσαν.

Την Κυριακή μετά την εκκλησία κάνανε παρέες και πήγαιναν στα δώματα και στήνανε χορό. Άλλη πήγαιναν στο εξωκλήσι του ΕΪ ΘΟΥΜΑ που ήταν πολύ κοντά στο χωριό στην περιοχή «ΠΑΡΑΤΣΟΣ» δηλ. παράδεισος έτσι το έλεγαν οι Βαρασσιώτες γιατί ήταν το μόνο ίσιο μέρος με πρασινάδες και δέντρα άναβαν κεριά κάνανε «Γουρπάνια» δηλ. Τάματα θυσίες και στήνανε χορό. Το χορό του αντίπασχα το χόρευαν συνήθως νέες  κοπέλες.

ΈΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ ΕΙΝΑΙ:

Άμε πάσκας άμε σο καώ                               Πήγαινε Πάσχα πήγαινε στο καλό
Να, να, να μας φέρ                                        Να, να, να μας φέρεις
Να μας φέρ λτινό βό                                      Να μας φέρεις κόκκινο αυγό
Να πασκάσουμ να σογκρίσουμ                     Να πασχαλιάσουμε να τσουγκρίσουμε
Τα λτινά τα βα                                               Τα κόκκινα τα αυγά
Να χορέψουμ να πετ’τάσουμ                         Να χορέψουμε να πηδήξουμε
Να βκούμε σο χαβά                                       Να βγούμε στον αέρ
Αμ αρέ τσε δω σο χρόνου                              Πήγαινε τώρα και έλα τον χρόνο
Να μες νάβρης δέχους πόνο                          Να μας έβρης δίχως πόνο
Σου χριστιενούς σε ση το μέγα η χαρά          Στου χριστιανού είσαι εσύ η μεγάλη η χαρά
Νόματα τσε τραγωδέ πέτε σο χαβά               Ονόματα και τραγούδια πέστε στον ουρανό

Στα Ελληνικά χωριά που τουρκοφώνισαν προκειμένου να κρατήσουν τα ήθη έθιμα, για να θυμούνται της ρίζες τους,  δημιουργούσαν στίχους στην Καραμαλίδικη γλώσσα.

Ένα από αυτά έλεγαν για την ημέρα του ΝΤΙΠΑΣΚΑ, που είναι το εξής.

Γιορού μπαϊραμ, γιορού σαγλάμ.                  Περπάτα Πάσχα, περπάτα γερά
Κέτ σαγλι’ινάν, γκελισινταί.                         Πήγαινε με το καλό, όταν θα έρθεις.
Κενέ πιζή, πουλάσιν.                                     Ξανά εμάς, να βρεις.
Χέμ κιουτσούκ, Χέμ πογιούκ πουλάσιν.       Και μικρούς και μεγάλους να βρεις.
Γαριλάρ, γοτσαλάρ, γοτσασίν.                      Γυναίκες γέροι να γεράσουν.
Χέμ κιουτσούκ, Χέμ πογιούκ πουλάσιν.       Και μικρούς και μεγάλους να βρεις.

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ
ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΩΝ ΦΑΡΑΣΣΩΝ 

Τον Άγιο Γεώργιο τον τιμούσαν τελετουργικά και μάλιστα στην Γιορτή του, αν καμιά φορά ερχόταν κοντά με της άγιες ημέρες του μέγα Πάσκα ξεχυνόταν ο κόσμος
Στης εκκλησίες και στα μοναστήρια που είχαν στην περιοχή. Υπήρχαν πάρα πολλές εκκλησίες και μοναστήρια σε όλη την περιοχή των Φαράσσων.
Στο Βαρασσό μόνο, υπήρχαν περίπου δέκα εκκλησάκια του Αγίου Γεώργιου, που ήταν σε μια περιοχή που λεγόταν της Καράκεϊσης ο μεχάς. Δηλ. της «Μαυροντυμένης».
Υπήρχε μεγάλος ναός του Αγίου Γεωργίου ο οποίος ήταν πολύ παλαιός και χάλασε.
Λέγετε ότι στην περιοχή αυτήν από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια όταν ανθούσε ο χριστιανισμός στην Καππαδοκία με τα πανέμορφα μοναστήρια και της Κατακόμβες, γενικά σε όλη την Καππαδοκία από τον Βορά έως τον Νότο και από την ανατολή έως την Δύση στην περιοχή αυτήν υπήρχε της Καράκεϊσης η μονή με Μαυροντυμένες μοναχές, γι’ αυτό το μέρος αυτό το ονόμασαν της Καράκεϊση ο μεχάς. Δηλ. «της Μαυροντυμένης ο Μαχαλάς».
Τα τελευταία  χρόνια πριν την Ανταλλαγή πληθυσμών του 1924 στα ερείπια του ναού οι Φαρασσιώτες έχτισαν έναν μικρό εκκλησάκι για ανάβουν το κεράκι τους, και πολλές φορές πήγαιναν τους δαιμονισμένους για να τους διαβάσουν να γίνουν καλά.
Στα παλιά νεκροταφεία υπήρχε εκκλησία προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου μέχρι και τα τελευταία χρόνια σωζόταν η εκκλησία.
Δίπλα ακριβώς σύνορο με τα νεκροταφεία ήταν τα χωράφια του πατέρα του Αγίου Αρσενίου, του Γεωργίου Ανιτσαλίχου, και από την άλλη μεριά ήταν τα χωράφια του Φράγκου Χρυσόστομου, θείου του Αγίου Αρσενίου.
Ό Φράγκος κατάφερε να κάνει μια μικρή διώρυγα από τον Ζαμάντη ποταμό και έκανε μικρές λίμνες στα χωράφια του και τα πότιζε. Την  περιοχή την ονόμαζαν η λίμνες Φράγκου. Δίπλα στα νεκροταφεία έλεγε η μητέρα μου Φράγκου Κυριακή του Σάββα, υπήρχε και ίσος να υπάρχει ακόμα μια μεγάλη άσπρη πέτρινη πλάκα, στην οποία είχε μια πατημασιά αλόγου δηλ, ένα χνάρι αλόγου. Οι Φαρασσιώτες έλεγαν πως ήταν από το άλογο του Αγίου Γεωργίου όταν σκότωσε τον Δράκοντα καλπάζοντας το άλογο πάτησε στην πέτρα και έμεινε το αποτύπωμα του. Την εκκλησία την ονόμαζαν του μνημορού ο «άες Γιώρκης» δηλ. «τον μνημάτων ο Άγιος Γεώργιος». Μάλιστα υπήρχε και ένα μεγάλο ΒΟΡΑΤΟ «ΚΥΠΑΡΙΣΗ» στην αυλή της εκκλησίας και κρεμούσαν κλωστές και κομματάκια ύφασμα από τα εσώρουχα τον αρρώστων για να γίνουν καλά.
Στον Βαρασσό είχε μια ακόμα εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην περιοχή του Κιτσή, πιθανόν ο Κιτσής κάτοικος του Βαρασσού να είχε τα χωράφια εκεί συνήθως έτσι έπαιρνα της ονομασίες για να ξεχωρίζουν της περιοχές. Σε μια άλλη περιοχή που λεγόταν «ΤΕΜΠΑΡΑΣ» υπήρχε ερειπωμένος ναός του Αγίου Γεωργίου, όταν περνούσαν από εκεί άναβαν το κερί τους. Πολύ όμως έταζαν στο Άγιο Γεώργιο του Τεμπρά και πήγαιναν εξοχή και έσφαζαν τα Κουρμπάνια, «ΘΥΣΙΕΣ».
Στην Αρχαία πόλη της Πάρτσας υπήρχε ένα εκκλησάκι το οποίο σωζόταν μόνο το ιερό του, πάνω ψηλά στην κορυφή του Αντίταυρου, περίπου μίας ώρας δρόμος με τα πόδια από τον Βαρασσό.
Το εκκλησάκι τα τελευταία χρόνια το είχαν αναπαλαίωση οι οικογένειες των Γουλάδων, και πήγαιναν της γιορτές και της Κυριακές άναβαν το κερί τους γιατί τον είχαν σαν προστάτη τους, μερικές φορές πήγαιναν και ιερέα και λειτουργούσε το εκκλησάκι.
Εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου είχε και στην περιοχή του «ΔΕΡΠΑΝΟΥ» δηλ «του θεριστή» υπήρχε παλιό χωριό βόρειο ανατολικά του Βαρασσού και καμιά φορά λειτουργούσαν και έκαναν Κουρμπάνια.
Η Γιορτή του Αγίου Γεωργίου στα χωριά των Φαράσσων ήταν από της σημαντικότερες γιορτές της Άνοιξης.
ΈΛΕΓΑΝ ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ:

Άε  Γιόρκη τ’Αυκό σου ενη γήρη
Γήρη τσόνη έν κατηνό εγήρι

Τσάπου σεν αγκτιέν είση χαζίρη
Σο Αυκό σου πάνου παρλατίζει το θυκήρη

Τσάπου σε Αγκτιεν είση Χαζίρη
Της τουσμάνοι δίτης το ταζίρη

Πετ’τάς κακά μο τα’Αβκά σου
Τοζλατίζητε η στρατά σου

Σον Τουσμάνη βκαίνεις γνέντα να σκοτώσεις
Τον Σταυρό μας Την ευσή μας να ορτόσεις

ΑΓΙΕ ΜΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΑΦΕΝΤΗ ΜΟΥ

Άγιε μου Γιώργη Αφέντη μου, Χρυσέ μου Καβαλάρη
Αρματωμένος με Σπαθί, και με χρυσό κοντάρι (δις)

Όμορφος είσαι στην θωριά, και Άγιος στην Νιότη
Παρακαλώ Βοήθα μας, Άγιε Στρατιώτη (δις)
Έχω μια χάρη να σε πω, και να σε αντιβάλω
Όσο για κείνο το θεριό, το Δράκο το μεγάλο(δις)

Που Βρίσκετε στην χώρα μας, σ’ ένα βαθύ πηγάδι
Και δεν αφήνει Άνθρωπο, σταλιά νερό να πάρει (δις)

Έσυραν τα Πουλούτια τους, σ’ όποιον πέσει να πάει
Και τα Πουλούτιαν έπεσαν, σε μιαν Βασιλοπούλα (δις)

Όλο το βιός μου πάρετε, την κόρη μου αφήστε
Είναι το μόνο μου παιδί, το μόνο μου Καμάρι (δις)

Στολίσετε την κόρη μου, και κάμετε την Νύφη
Με όλα τα Νιθέρια της, και τα χρυσά στα χέρια (δις)

Ή κόρη από τον φόβο της, καλεί τον Άγιο Γιώργη
Γλύτωσε τε μου Άγιε, και θα σε ζωγραφίσω (δις)

Και πάνω εις τον λόγο της, φάνηκε Παλληκάρι
Αρματωμένο με σπαθί, και με χρυσό Κοντάρι (δις)

Δεν θα σε αφήσω κόρη μου, τον Δράκο θα σκοτώσω
Και απ’ το μεγάλο το θεριό, τον Κόσμο θα γλυτώσω (δις)

Σηκώθηκε Ετοιμάσθηκε, κι έκαμε το Σταυρό του
Μια κονταριά τον έδωκε, και πήρε το λαιμό του (δις)

Για πες, για πες Αφέντη μου, πιο είναι το όνομά σου
Τάμα θα κάνω στο χριστό, Τάμα στην Παναγιά σου (δις)

Εμένα Αϊ Γιώργη λέγνεμε, απ’ την Καππαδοκία
Θέλω να κάμεις χάρισμα, και μίαν Εκκλησία (δις)

Μετά χαράς Αφέντη μου, η εκκλησιά θα γίνει
Θα ζωγραφίσω στα άλογο, τον νιό τον καβαλάρη (δις)