Έθιμα Καλοκαιριού

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΕΘΙΜΑ

Τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού, τον Ιούνιο, τον ονόμαζαν ΧΟΡΤΟΪ, για τον Χορτόϊ έλεγαν:
ΣΑ ΜΟΥ ΕΡΤΣΙΤΗ Ο ΧΟΡΤΟΊΣ ΤΟΥ ΝΟΜΑΤΟΥ ΤΟ ΦΤΑΛΜΙ ΕΜΟΥΤΕ,
όταν έρχεται ο Ιούνιος του ανθρώπου το μάτι γεμίζει.
Τον Ιούνιο δεν είχανε γιορτές τελετουργικούς γιορτάζανε τον Εϊ Γιάννη. Τα ελεύθερα κορίτσια έβγαζαν όλα τα χρυσαφικά τους και ότι άλλο φορούσαν στέλνανε μια κοπέλα ΣΟ ΠΕΓΑΪΔΙ στο πηγάδι να φέρει το αμίλητο νερό. Βάζανε τα χρυσαφικά
ΒΡΑΣΟΛΕ ΖΕΝΙΘΕ, ΠΕΣΟΥ ΣΟ ΠΑΡΧΑΤΣΙ ΜΟ ΤΑ ΚΑΡΥΔΩΝΑ ΤΑ ΦΥΑ ΣΟΣ ΤΟΥ ΕΪ ΠΑΥΛΙΤΣΗ ΤΗΝ ΟΡΤΗ.
Βάζανε τα χρυσαφικά τους, Βραχιόλια, χάντρες, μέσα στο βαθύ πιάτο, και το σκεπάζανε με φύλλα καρυδιάς, ως την γιορτή του Άγιου Παύλου.
ΧΑΙΡΕ ΕΝ ΝΑ ΨΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΒΑ ΦΣΟΝΓΓΑΤΟΣ, τώρα θα ψήσουμε τα αυγά ομελέτα.
Τον Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου μαζευόταν τα ίδια κορίτσια, έβαζαν ένα αγόρι που δεν ήταν ορφανό και έβγαζε ένα, ένα τα χρυσαφικά ενώ τα κορίτσια έλεγαν στίχους διάφορους. Από το χρώμα του χρυσαφικού και από το στίχο που έλεγαν τη στιγμή που έβγαζαν το χρυσαφικό μάντευαν την τύχη τους.
Σπάνανε τα αυγά που είχαν φέρει, τα κάνανε ομελέτα έτρωγαν και διασκέδαζαν τραγουδώντας και χορεύοντας.
Των Αγίων Αποστόλων έλεγαν ΤΟΥ ΓΙΣΚΑΛΑΚΟΥ Ο ΠΑΣΚΑΣ του κολοκυθιού ο πάσχας ή του γισκαλακού ή σαρακοστή, του κολοκυθιού η σαρακοστή, ίσως επειδή την σαρακοστή συνήθιζαν να τρώνε κολοκυθάκια. Τα παιδιά από την παραμονή γυρνούσαν το χωριό και τραγουδούσαν,
ΠΥΡ ΤΟ ΦΟΥΡΝΟ ΤΣΕ ΠΙΚ ΑΝ ΧΡΕΙΑ.ΓΩ ΤΗΝ ΑΒΙΤΣΑ ΕΝ ΝΑ ΠΑΩ ΣΗΝ ΕΪ ΣΟΦΙΑ.
Πύρωσε το φούρνο και κάνεμε ετοιμασία. Εγώ την αυγή θα πάω στην Αγία Σοφία.
Στα Φάρασσα έλεγε ο Ισαάκ Αλεκόζης, κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Παύλου, ήταν μια σπηλιά και έβγαινε νερό που ήταν Αγίασμα όποιος έπινε άρρωστος γινόταν καλά,
ΛΕΝΓΚΑΝΤΙ ΣΑ ΜΟΥ ΠΕΡΑΣΗΝ Ο ΕΪ ΠΑΥΛΟΣ ΑΠΟ ΠΙΤΣΗ ΚΑΤΣΗΝ ΑΝ ΗΜΕΡΑ ΣΟ ΣΠΙΛΟ ΠΕΣΟΥ ΣΤΟΥ ΤΣΗΝ ΤΗΝ ΑΚΡΑ ΥΠΑΝΤΑ ΤΟΥ ΕΪ ΠΑΥΛΙΤΣΙ Ο ΕΣΜΟΣ.
Έλεγαν,
όταν πέρασε ο Άγιος Παύλος  από εκεί κάθισε μια μέρα στην σπηλιά μέσα, Γι’αυτό το είπανε του Αγίου Παύλου ο Αγιασμός.
Το νερό ΤΟ ΣΙΜΟ ΗΤΟΥΝ ΖΕΣΤΟ, ΤΣΕ ΚΑΛΟΤΣΕΡΙ ΗΤΟΥΝ ΑΤΗ ΜΠΟΥΖΙ,
το χειμώνα ήταν ζεστό και το καλοκαίρι παγωμένο.
Κάποτε έλεγαν οι μεγάλοι ένας Τούρκος δερματοποιός πήγαινε δέρματα, τα έβαζε στο νερό να μαλακώσουν και το πρωί τα έβρισκε πεταμένα στα βράχια πάνω, την άλλη ημέρα πάλι το ίδιο, την τρίτη ημέρα πήγε να φυλάξει, να δη ποιος πετάει τα δέρματα, και βλέπει ξημερώματα έναν ιερωμένο να πετάει τα δέρματα στα βράχια και τον λέει αν τα ξαναβάλεις τα βρομωδέρματά σου μέσα στο νερό θα σε τιμωρήσω, ο Τούρκος φοβήθηκε και κόπηκε η φωνή του, πέρασαν δύο ημέρες ο Τούρκος δεν μπορούσε να μιλήσει των πήγαν στο χατσεφεντή γιατί ξέρανε ότι γιάτρευε αρρώστους, μόλις τον είδε κατάλαβε τη τον συμβένη και το λέει ο άγιος Παύλος ήταν αυτός που σε πετούσε τα δέρματα τον διάβασε μια ευχή και ο Τούρκος βρήκε την φωνή του από τότε πήγαινε στο εξωκλήσι άναβε κεριά. Τον Αύγουστο στα Φάρασσα είχαν Τα ΑΤΕΤΗ το έθιμο, αν δεν διαβαστούν τα σταφύλια κανένας δεν έτρωγε. Την παραμονή της ΕΪ ΣΩΤΗΡΑΣ κάθε οικογένεια μάζευε ένα καλαθάκι σταφύλια και τα πήγαινε στην εκκλησία, μένανε όλοι την νύχτα και το πρωί διαβαζόταν από τον παπά και μετά την εκκλησία τα μοίραζαν στον κόσμο, και τους ευχόνταν: ΝΑ ΕΝ ΓΟΥΒΕΤ’ΤΛΟΥΔΑ ΤΑ ΒΡΟΣΟΝΑ ΣΟΥ ή άλλοι έλεγαν: ΝΑ ΣΑ ΔΟΣΗ ΓΟΥΒΑΤ’ΤΗ Ο ΘΕΟΣ να είναι δυνατοί οι αγγώνες σου, ή να σε δώση δύναμη ο Θεός. Στον Βαρασσό είχαν πολλά εξωκλήσια της Παναγίας, ένα από αυτά ήταν η Τσικοπαναγιά, όπως την έλεγαν ερειπωμένη είχε μίνι μόνο το ιερό δίπλα έβγαινε και νερό, αγίασμα. Συνήθιζαν την ημέρα αυτήν να λειτουργούν στην Τσικοπαναγιά.
Τραγουδούσαν και ένα τραγούδι, σαν στίχο το είχε μάθει η Κυριακή Ιορδανίδου η Φράγκου και το έλεγε πολλές φορές:

Μεις αϊ πάμε, που εν ν’αϊπάμε Εμείς θα πάμε, που θα πάμε
Σην τσικοπαναγιά, αϊπάμε Στην τσικοπαναγιά, θα πάμε
Αποίκουμε, π’ άποίκουμε Θα κάνουμε, τι θα κάνουμε
Να φσάξουμ’ τα, γουρπάνε Να σφάξουμ’ τα, ταγμένα

Στις 15 Αυγούστου μαζί με την γιορτή της Παναγίας γιόρταζαν
ΤΟΥ ΣΤΑΦΥΛΟΥ ΤΟΝ ΠΑΣΚΑ, του σταφυλιού το Πάσχα.
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΚΟΪΣΗΝ ΤΟ ΚΟΤΣΙ ΤΟ ΣΤΑΦΥΛΙ ΤΣΕ ΤΟ ΖΕΪΤΟΥΝΙ,
ο Χριστός ευλόγησε το σιτάρι το σταφύλι και την ελιά,
ΤΟ ΚΟΤΣΙ ΙΝΕΤΕ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ, ΤΟ ΣΤΑΦΥΛΙ ΑΝΑΜΑ, ΤΣΕ ΤΟ ΖΕΪΤΟΥΝΙ ΜΥΡΟΣ,
το σιτάρι γίνεται πρόσφορο, το σταφύλι κοινωνία, και η ελιά μύρος.
Την ημέρα αυτήν πανηγύριζαν και ερχόταν κόσμος και από άλλα χωριά. Το κάθε σπιτικό θα είχε και τον καλεσμένο του, ΜΙΣΑΦΙΡΗ. Μουσαφίρηδες φρόντιζαν να έχουν και βαμμένα κόκκινα αυγά, για να ΣΟΝΓΚΡΙΖΟΥΝ να τσουγκρίζουν. Τα νέα παιδιά και τα κορίτσια δύο τρεις μέρες πιο μπροστά έκαναν παρέες και όριζαν και αρχηγό, ΤΟΝ ΤΣΟΥΦΑΛΑ τον επικεφαλή και γυρνούσαν το χωριό μάζευαν ΛΑΧΤΩΡΑ ΠΙΛΗΤΣΑ ΓΟΥΖΙΑ ΡΙΦΑ ΠΟΥΛΟΚΚΑ,
πετεινούς κοτόπουλα αρνιά κατσικάκια πουλάκια και τα έκαναν Γουρπάνια. Με τα χρήματα που μαζεύανε αγόραζαν μπαρούτι για να πυροβολούν όσο θα διασκεδάζουν. Το μέρος που πανηγυρίζανε ήταν ΕΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟ ΚΑΤΣΙ, στης Παναγιάς τον βράχο. Υπήρχε μια σπήλια επάνω στον βράχο είχε και τοιχογραφίες πολύ παλιές. Είναι ακριβώς απέναντι στο χωριό Βαρασσό φαίνεται της Παναγιάς το Κάτσι, είναι βορειοανατολικά του Βαρασσού προς το ΠΑΛΛΟΝ ΤΟ ΧΩΡΙΟΥ, προς το παλαιό χωρίο. Μπροστά στης Παναγίας το κάτσι είναι ο ΠΑΡΑΤΣΟΣ εκεί διασκέδασαν μετά την λειτουργία. ΝΑ ΒΚΗΣ ΣΟ ΚΑΤΣΙ ΙΣΑΝΤΕ ΠΟΥΑ ΜΕΡΤΙΒΑΝΑ ΘΑΛ’ΛΟΝΑ, να βγεις στον βράχο ήτανε πολλές πέτρινες σκάλες. Αργότερα κατασκεύασαν και ξύλινες σκάλες.Την ημέρα της Παναγίας λειτουργούσε, ο παπάς πολοί από τους επισκέπτες από βραδύς κοιμόταν εκεί τα παιδιά και τα κορίτσια μοιράζανε σταφύλια στον κόσμο. Μετά την λειτουργία ξεκινούσε το γλέντι με χορούς τραγούδια χαρούμενες φωνές πυροβολισμούς. ΚΑΟΣ ΗΡΤΕΝ ΤΣΕ Ο ΠΑΣΚΑΣ φώναζαν, καλός ήρθε και ο πάσχας. άλλοι έσφαζαν τα ταγμένα τους, γουρπάνια, άλλοι ανάβανε φωτιές ψήνανε, γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Όλοι είχαν φυλαγμένο κρασί από τις άλλες γιορτές και το ξόδευαν όλο, γιατί θα βγάζανε το καινούργιο. Τραγουδούσαν και χόρευαν το τραγούδι της Παναγίας, που αναφέρεται στην γέννηση του χρηστού Παναϊα μου σουλτάνα, είσαι του χριστού η μάνα. Το τραγούδι το παραθέτω στα έθιμα των Χριστουγέννων. Το τραγουδούσαν σε όλες τις τελετουργικές παραδώσεις των Φαράσσων. Πρώτος ήταν ο παπάς στο χορό και ακολουθούσαν οι άλλοι. Το γλέντι κρατούσε έως το βράδυ, πολοί συνέχιζαν στα σπίτια τους. Την ημέρα αυτή τραγουδούσαν ένα ακόμα τραγούδι της Παναγίας, όμως στα τούρκικα, στα χωριά που ήταν περισσότεροι οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να μιλούν τούρκικα.Αλλά για να κρατήσουν τα ήθη και τα έθιμα τους, έβγαζαν τούρκικους στίχους, με ελληνικό περιεχόμενο, για την Παναγιά. Το έλεγαν και για προσευχή:

Γουπεσιντέν ατιλαϊμ κιούλ ολαϊμ Να πέσω από τον τρουλωτής σκλάβος να γίνω
Σατιλαϊμ κερβανινά γατιλαϊμ Να πουληθώ στο κοπάδι της να σμίξω
Γισμέτ εϊλέ Παναϊα Αξιωσέμε Παναγιά
Ότσάχ, ότσάχ μουμλάρ γιανάρ Δέσμες, δέσμες κεριά ανάβουν
Γιόκτουρ σενίν κιπή οτζάχ Δεν είναι σαν εσένα άλλη γωνιά
Γισμέτ εϊλέ Παναϊα Αξιωσέμε Παναγία
Παναϊα νήν μεζαρί ορτά γιλαρλάρ Της Παναγίας το μνήμα εκεί προσκυνάμε
Νιαζλάρ ορτά κιτέν τζάν σεβινήρ Όποιος πάει εκεί η ψυχή του χαίρεται
Γισμέτ εϊλέ Παναϊα Αξιωσέ με Παναγία
Γούρχ ελ’λί παπάζ κεϊντή Σαράντα πενήντα παπάδες ντύθηκαν
Αλτίν θυμιατός σαλλαντή Χρυσά θυμιατά κουνήθηκαν
Όριά κιτέν τζάν σεβινήρ Εκεί όποιος πάει η ψυχή του χαίρεται
Γισμέτ εϊλέ Παναϊα Αξιωσέ με Παναγία

Στα Φάρασσα είχαν πολλά εξωκλήσια, αφιερωμένα στην Παναγία.

  • Η παναϊα σο Κάτσι, στην περιοχή Παράτσο, κοντά στο παλιοχώρι.
  • Εϊ Γατερής, κοντά στο παλιό χωριό Σκαλικάς
  • Του Τσαχμούρι η θεοτόκο, στο όρος Τσαχμούρι.
  • Τσικοπαναϊα, στην περιοχή του ποδαρά.
  • Η μακρά παναϊα, κοντά στην περιοχή Πάνου Γιάννα.