Απόψεις 2

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΊΑ ΑΛΗΘΙΝΉ

Μια φορά και ένα καιρό ήμουν νέος και πολύ ανήσυχος. Στα γράμματα ήμουν δύσκολος και δυσλεξικός. Όμως είχα μια μεγάλη έφεση στης τέχνες και στα όργανα. Δοκίμασα σχεδόν όλα τα όργανα και τα έπαιξα διαδοχικά.
Το πρώτο όργανο που έμαθα 6 ετών ήταν η φλογέρα γιατί ήταν εύκολο να την βρεις στο χωριό η και να την φτιάξεις. Το δεύτερο ήταν το ούτι στα 9 μου χρόνια συνόδευα τον αδερφό μου σε γάμους κανονικά. Στα 11 πήρα δανικό ένα κλαρίνο και το έπαιξα μιας και έπαιζα φλογέρα. Στην συνέχεια ακορντεόν, για λίγο διάστημα. Το βιολί το έμαθα στα 14 μου γιατί δεν με άφηναν από το σπίτι οι γονείς μου να το αγγίξω.
Είχαν κακή πήρα από τον παππού που για μήνες τον είχαν χαμένο όταν τον έπαιρναν στα χαρέμια των Τούρκων να τους παίζει και να τούς διασκεδάζει. Νομίζοντας ότι και εγώ θα λείπω με τούς μήνες αν το μάθω με απαγόρευαν να το πάρω στα χέρια μου. Έτσι στα 14 μου πήγα να μάθω την τέχνη του μηχανικού αυτοκινήτων στο δεύτερο 2,Λέ Σκύδρας στρατιωτικό συνεργείο.
Στο σπίτι που νοίκιαζα βρήκα ένα σπασμένο κομματιασμένο βιολί. Το πήρα και κομμάτι, κομμάτι το συναρμολόγησα και τα κόλλησα. Το έκανα να παίζει. Σε πολύ λίγο διάστημα το έπαιζα πολύ καλά. Θυμάμαι μόλις το πήρα έπαιξα κατευθείαν το κονιαλι.
Όταν έγινε γνωστό ότι παίζω βιολί πλέον οι φίλοι μου δεν με άφηναν. Αλλά χρόνια βγαίναμε παρέα στους δρόμους κάναμε καντάδες μιας και ήταν στην μόδα τότε και ο κόσμος μας ακολουθούσε και συμμετείχε μαζί μας. Διοργανώναμε παρέες στα μαγαζιά και ο κόσμος γλεντούσε μόνο με το βιολί. Από όλα αυτά δεν γνώριζαν τίποτα οι δικοί μου όλα κρυφά γινόταν. Όταν βρέθηκα κάποια στιγμή σε μια παρέα με τους δικούς μου τα αδέλφια μου και τους γονείς μου τα αδέρφια μου έπαιζαν: Ο μεγάλος βιολί και ο δεύτερος ούτι. Πήρα το βιολί και έπαιξα ξαφνιάστηκαν όλοι και είπαν!!! Αααα αυτός παίζει αυτό ήταν η αφορμή και έτσι με επέτρεψαν να ασχοληθώ με το βιολί.
Από το 1964 μέχρι το 1972 που απολύθηκα από φαντάρος έπαιζα το βιολί σε γάμους διασκεδάσεις και σε ότι άλλο με ζητούσαν. Το καιρό εκείνο τα κέντρα διασκεδάσεων ήταν πολυτέλεια και στο χωριό κάναμε υπαίθρια γλέντια σε ανοιχτούς χώρους συνήθως στην αυλή του σχολείου. Μαζευόταν σχεδόν όλο το χωριό και έπαιρνε μέρος χωρίς καμία εξαίρεση. Τους έπαιζα και με το βιολί διασκεδάζαμε.
Μετά το 1972 το βιολί σταμάτησε να έχει ζήτηση γιατί βγήκαν άλλα όργανα και πήρα αρμόνιο και την ίδια μέρα που το πήρα το βράδυ έπαιξα σε κέντρο με την πείρα που είχα από το ακορντεόν. Τα όργανα τον καιρό εκείνο ήταν δυσεύρετα και οι δουλειές πολλές έβρισκες πάντα δουλειά. Εμένα με βοηθούσε και το τραγούδι μου παίζοντας και ήμουν από τους καλούς για τον καιρό εκείνον. Για πολλά χρόνια έπαιζα αρμόνιο σε γάμους κέντρα διασκεδάσεις εκδηλώσεις. Την δεκαετία του 1980 άρχισε να ανθεί η παραδοσιακή μουσική και παράτησα το αρμόνιο και πήρα πάλι το βιολί.

Το παραδοσιακό μου όργανο ήταν ο Κεμανές το ούτι και το βιολί το οποίο κληρονόμησα από τον παππού μου Σάββα Φράγκου, πατέρας την μάνας μου. Ο παππούς ήταν από τους καλύτερους οργανοπαίκτες της εποχής εκείνης και κατασκευαστής έγχορδων. Έτσι κόλλησα και εγώ και άρχισα να ασχολούμαι με τα ακούσματα αυτά που κληρονόμησα από τους δικούς μου.
Άρχισα να τραγουδώ το Φαρασσιώτικο Ιδίωμα τραγούδια τουρκόφωνα, και γενικά τραγούδια της Καππαδοκίας. Πρότυπο μου ήταν πάντα η μητέρα μου και προσπαθούσα πάντα να έχω στο μυαλό μου πως τα τραγουδούσε και πως εκφραζόταν ανάλογα. Αυτό με έκανε να καταφέρω να είμαι αυθεντικός στην μουσική μου στο τραγούδι και στους χορούς μας. Όταν κάτι ζητούσα θυμόμουν πως το άκουγα με την φωνή της μητέρας μου στο μυαλό μου και θυμόμουν στίχους μουσική ακόμα και χορούς που δεν τους είχα δει. Με τα ακούσματα μου πάντα ήμουν μες τον χρόνο το μέτρο και τον ρυθμό της μουσικής. Αυτό ήταν ένα μεγάλο ατού για μένα να μπορεί ο χορευτής να πετάει όταν χορεύει με ευκολία χωρίς να χάνει τα βήματά του.
Μια μεγάλη βοήθεια είχα και από τον Άγιο μας Αρσένιο τον θείο της μητέρα μου που με την ευλογία που μου έδωσε μπόρεσα να συγκεντρώσω και να ερμηνεύσω τραγούδια χορούς, πολλά άλλα για τα χωριά μας για τα ήθη έθιμα την ιστορία των Φαράσσων και της Καππαδοκίας.

Κάποια στιγμή όταν άρχισα να ασχολούμαι με την παράδοση είδα ένα μεγάλο όνειρο σταθμό της ζωής μου.
Βρισκόμουν σε μια μεγάλη εκδήλωση με πάρα πολύ κόσμο με γλέντι πανηγυρικό. Και βρισκόμουνα σε ένα μεγάλο σπίτι πάνω στα σκαλιά του. Από μακριά βλέπω έναν να κυνηγάει έναν ιερωμένο και να τρέχει ο ιερωμένος προς το μέρος μου. Όταν κοντοζύγωσε είδα την μορφή του Αγίου Αρσενίου και περνώντας από δίπλα μου με έδωσε ένα τεράστιο βιβλίο με μαύρα δερμάτινα εξώφυλλα, με είπε: ((Έπαρτα τσέ μούγουτα) πάρτο και κρύψτο). Το πήρα στην αγάλια μου και γύρισα στην άλλη μεριά. Αυτός συνέχισε να τρέχει και αυτός που τον κυνηγούσε από πίσω. Γυρνώντας εγώ με το βιβλίο στην αγκαλιά μου παρουσιάστηκε ένα τεράστιο δέντρο με μια μεγάλη τρύπα στον κορμό του. Έριξα το μεγάλο βιβλίο μέσα για να το προστατέψω. Από εκείνην την βραδιά και μετά σαν να άλλαξε κάτι με μένα. Άρχισα να μιλάω το Φαρασσιώτικο ιδίωμα, την τουρκόφωνη γλώσσα που μιλούσαν οι δικοί μας και να τραγουδάω να παίζω τα τραγούδια μας. Όταν έψαχνα κάποιο τραγούδι ή κάποιους στοίχους τους έβλεπα στον ύπνο μου. Όταν ξυπνούσα τους ξεχνούσα. Αναγκάστηκα πάνω στο κομοδίνο μου να έχω ένα στυλό και ένα τετράδιο. Όταν έβλεπα κάτι προτού ανοίξω τα μάτια μου κρατούσα σημειώσεις. Μια νύχτα που έγραφα με είδε η γυναίκα μου και με λέει τι κάνεις εκεί, μόλις άνοιξα τα ματιά τα έχασα. Και την εξήγησα την είπα τι μου συμβαίνει, όταν με βλέπεις να γράφω μην με ξυπνάς. Και έτσι όταν κάτι μου έλειπε με την βοήθεια του Αγίου Αρσενίου με την παρακαταθήκη που μου έδωσε να κρύψω, τα έβλεπα στον ύπνο μου.

Με τους συλλόγους που συνεργάστηκα και με τους μουσικούς κατάφερα να αναδείξω αυτά που οι προγονοί μας κατάφεραν να μας μεταφέρουν μέσα στην τουρκοκρατούμενη μικρασιατική Ελλάδα. Αυτό έκανα σαν ένα μικρό μνημόσυνο στην ψυχή των προγόνων μας, και αυτό κάνω ακόμα.
Από το 2000 όταν πλέον άρχισαν να μπαίνουν οι υπολογιστές στην ζωή μας έπρεπε να βρω έναν τρόπο αυτά που ξέρω και γνωρίζω να τα καταγράψω κάπως για να μείνουν για της επόμενες γενιές. Με την βοήθεια του γαμπρού μας Δημήτρη που είχε σπουδάσει τους υπολογιστές με έκανε δώρο ένα υπολογιστή μικρό, για εκείνον τον καιρό όμως έκανε την δουλεία του. Με έδειξε μερικά βασικά πάνω στον υπολογιστή και άρχισα να γράφω. Μέρες νύχτες και τελειωμό δεν είχα. Ανορθόγραφα βέβαια όμως αυτό δεν με διέφερε τόσο όσο να καταγραφούν Αυτό έκανα και κάνω και τώρα για περίπου 30 χρόνια.

Πιστεύω πως έκανα κάτι έβαλα και εγώ το λιθαράκι στην παράδοση μας στο οποίο βεβαιώνουν και οι πολλοί φίλοι μου στο διαδίκτυο και στης εκδηλώσεις που με καλούν. Πιστεύω πως κάποιοι θα το συνεχίσουν για να μην χαθεί ο ελληνισμός ο χριστιανισμός η ιστορία χιλιάδων ετών που κρατήθηκε από στόμα σε στόμα γιατί δεν είναι γραμμένη πουθενά

Αλέξανδρος Ιορδανίδης
Αγροσυκιά νομού Πέλλας
farassiotis@gmail.com

 


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *